Επίκειται μετακόμισις – Χιάτους

Wednesday, July 30th, 2008

Στα μουλωχτά, αρχές Αυγούστου, σαν έτοιμοι από καιρό, θα αποχαιρετήσουμε την Χονολουλού που φεύγει. Εξ’ού και η βροχή απο χαβανέζικα ποστς παρακάτω. Ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε τις ντουλάπες, τα συρτάρια και τους λογαριασμούς μας γενικά με τις νήσους Σάντουϊτς.

Η μετακόμιση η ίδια δεν θα είναι μνημειωδών διαστάσεων, αλλά μέχρι τότε πρέπει να πουλήσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε (αν κανένας από σας, φανταστικοί αναγνώστες, επιθυμεί τη συλλεκτική οθόνη lazopolis ή κάποιο άλλο από τα προσωπικά αντικείμενα του καλλιτέχνη, παρακαλείται να περάσει το Σάββατο το πρωί από την οδό Robert, αριθμός 2987 όπου θα διεξαχθεί δημοπρασία από τους Christies).

Στο μεταξύ ενημερώνω οτι μετά την Έξοδο θα ακολουθήσει ταξίδι στην Καλιφορνικέισον για μια εβδομάδα – από το (Σούρουπο) Λος Άνχελες στην (Αυγή) Σάντα Κρούζ – από το οποίο θα δημοσιευθεί εν καιρώ πλούσιο φωτογραφικό υλικό. Στη συνέχεια η οικογένεια lazopolis θα εξαφανιστεί από τα ιντερνέτς οριστικά ένεκα του υπερατλαντικού ταξιδιού πίσω στη Γηραιά Ήπειρο. Μετά από δύο μόνο παραστάσεις στην Αθήνα, στα μέσα Αυγούστου, θα διαφύγουμε σε ερημική παραλία της νότιας Κρήτης για χιάτους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.

Αν δεν ξαναποστάρω την τρέχουσα βδομάδα, λοιπόν, ραντεβού το Σεπτέμβρη, οπόταν και θα έχουμε τον lazopolis σε νέες περιπέτειες στην εξωτική Ζυρίχη.

Χαβάη 4-0

Wednesday, July 30th, 2008

Πλουμερίες δίφορες, μάνγκος και παπάγιας.

Δεν έγραψα τίποτα για τις φυτείες ανανά που διασχίζεις για να φτάσεις στις βόρειες παραλίες, την Γουαϊμέα, την παραλία με τα δελφίνια, τους σέρφερς που περιμένουν τη φουσκοθαλασσιά στην pipeline, τους Βουδιστικούς ναούς, τους χριστιανικούς ναούς, τους ναούς των νεότερων αγίων (μορμόνοι), τον Τζίζους που έρχεται σύντομα και τους μπερδεμένους αμερικανούς που τους ξέβρασε το new age κύμα προς τα δώ και ξέμειναν γιατί τελικά, παρά τα πανάκριβα ενοίκια και τα πανάκριβα εστιατόρια, παρά τα πανάκριβα εμπορικά και τα υπερτιμημένα προϊόντα σούπερ μάρκετ, η Χαβάη είναι τσάμπα.

Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά του κόλπου Κανεόχε, μια ασέληνη νύχτα του καλοκαιριού, είδαμε τα σύννεφα να περνούν εμπρός από τον Αλταϊρ και τον Κριό, κι ύστερα κολυμπήσαμε στο μαύρο νερό φωτίζοντας τα ψάρια πάνω από τα κοράλια με τους μικρούς φακούς μας.

Χαβάη 3-0

Wednesday, July 30th, 2008

Το μόνο που μπορεί να σε φέρει εδώ είναι ένα μπόινγκ γεμάτο τουρίστες. Στη διάρκεια της τουλάχιστον πεντάωρης πτήσης ενώ προσπαθείς να ξεχάσεις το τελευταίο αεροδρόμιο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα σου ανακοινώσουν οτι τώρα που φτάνεις στον παράδεισο θα πρέπει να πληρώσεις φόρο παραδείσου. Τίποτα δεν είναι τσάμπα, σου λένε. Αλλά θα περάσεις καλά.

Το πρώτο πράγμα που σου κάνει εντύπωση στη Χονολουλού (φτάσαμε μια υγρή Σεπτεμβριανή νύχτα και διασχίσαμε με τη νοικιασμένη dodge πάνω στον αυτοκινητόδρομο τη ραχοκοκαλιά της πόλης) είναι τα άθλια πολυτελή ξενοδοχεία στο Γουακίκι, οι αναμένοι πυρσοί στους δρόμους για εφέ, η μυρωδιά Ασιατικού απολυμαντικού (τζίντζερ) και τα δρομάκια γύρω από την λεωφόρο Καλακάουα όπου φορτώνονται και ξεφορτώνονται τόνοι σεντόνια για καθάρισμα.

Στην αρχή αυτή η φάμπρικα με τους τουρίστες και την μετεξέλιξη της τοπικής κουλτούρας σε γελοίο αξιοθέατο σε ξενίζει. Σου φαίνεται απάνθρωπο και καπιταλιστικό, όμως σιγά σιγά το συνηθίζεις, γίνεσαι κι εσύ τμήμα της πόλης, σκέφτεσαι από την απο’δώ πλευρά της μεμβράνης που χωρίζει εμάς τους ντόπιους από τους τουρίστες, και η φάμπρικα γίνεται μια φάμπρικα όπως όλες. Και γίνεται το Γουακίκι κατά κάποιο τρόπο όμοιο με την Αθηνάς και την Ερμού, άλλωστε κι εδώ οι εργαζόμενοι καταφτάνουν πολύ νωρίτερα από τους επισκέπτες, εισπνέουν το σκονισμένο πρωϊνό αέρα της ασφάλτου μετά την επέλαση των οδοκαθαριστών και δουλεύουν το ωράριό τους ακατέβατο, χωρίς να μπορούν να δουν ούτε για λίγο τη θάλασσα.

Μαθαίνεις όμως σιγά σιγά, όσο απορροφάσαι στην από εδώ πλευρά της μεμβράνης, οτι το νησί ξεκινάει εκεί που τελειώνουν τα ξενοδοχεία, οτι Χονολουλού είναι εξίσου τα βρώμικα πεζοδρόμια του κέντρου και η παραλία της Καϊμάνα, τα Ταϋλανδέζικα εστιατόρια και η κλειστή ψαραγορά των Κινέζων, οι εξαθλιωμένοι και καψαλισμένοι ζητιάνοι που κοιμούνται ξυπόλιτοι στα δημόσια πάρκα και οι καθόλου εξαθλιωμένοι αλλά εξίσου καψαλισμένοι ιθαγενείς που κοιμούνται ξυπόλιτοι στα δημόσια πάρκα, οι φυτεμένοι φοίνικες του Γουακίκι εξίσου με τους φυσικούς φοίνικες γύρω από τον κρατήρα με το Πολυνήσιο όνομα Diamond Head.

Έξω από αυτή την παράξενη πόλη τη γεμάτη ασιάτες μετανάστες και λευκούς εποίκους, αποτραβηγμένη και απούσα, κρύβεται σαν απομεινάρι η παράδοση των ντόπιων, των ιθαγενών, των αγρίων. Μια παράδοση φυλής ηττημένης από το χρόνο και τον πολιτισμό της δύσης. Ανθρώπων που πρίν έρθει ο Κούκ και τους βάλει στο χάρτη, ζούσαν μαζί χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να έχουν ιδιόκτητη γή, χωρίς πόρτες και παράθυρα και ιδιωτική ζωή, με τα πρωϊνά τους και τα παιδιά τους μοιρασμένα, κάτω από τη θαλπωρή μιας θρησκείας ανιμιστικής όπου ο Θεός δεν ήταν γενειοφόρος και πάνσοφος, αλλά το κύμα και η δροσοσταλίδα, ο λόφος και το χορτάρι πάνω στο λόφο, ο κρατήρας και η λάβα μέσα από τον κρατήρα, ο καρχαρίας – ψάρι που εμπνέει το σεβασμό και το δέος – και η φάλαινα – που έρχεται κάθε χειμώνα για να γεννήσει και ξαναφεύγει για το βόρειο παγωμένο. Μια παράδοση, με άλλα λόγια, καταδικασμένη να αφανιστεί στην πρώτη επαφή της με τους απ’έξω. Όταν ο βασιλιάς Καλακάουα (ο δρόμος που φέρει το όνομά του περνάει μέσα από την καρδιά της τουριστικής υποδομής), ορμηνευμένος από τους ιεραπόστολους δασκάλους του (που ήρθαν να σώσουν τους άγριους και σώθηκαν οι ίδιοι για τα καλά) με ένα διάταγμα μοίρασε τη γή του νησιού σε αγροτεμάχια κανένας δεν αντέδρασε.

Χαβάη 2-0

Wednesday, July 30th, 2008

Δεν είναι δύσκολο να χαθείς στον τουριστικό γαλαξία με τις οργανωμένες εκδρομές, τα καταπατημένα κοράλια και τις τεχνητές παραλίες, με τα κακοφτιαγμένα κοκτέηλ και την έντονη μυρωδιά πλουμερίας και υγρού καθαρισμού, με τα οργανωμένα μπάρμπεκιου και τα ενυδρεία, όπου μπορείς να δείς κάθε είδος πολύχρωμο ψάρι, κι αν είσαι κάτω από πέντε, ακόμα και να πεσεις μέσα. Ή πάλι να εξαντληθείς στα θαλάσσια σπορ, στο μπούγκυ μπόρντινγ και το σέρφινγκ, σέρφινγκ γιού ες έι. Είτε αναλωθείς σε αγοραίες και κυρίως μαρκεταρισμένες απολάυσεις, είτε όχι, αποκλείεται να παρατηρήσεις σε μικρότερο χρονικό διάστημα από έξι μήνες, την αχνίζουσα άσφαλτο, τα βενζινάδικα με τους λυκειοπαιδες που κάνουν την εθελοντικό τους καθήκον ανθρωπιστικώς για αυτό το σαβατοκύριακο, τους πίσω δρόμους στο Παλόλο ή το Καϊμούκι, γεμάτους ασιάτες δεύτερης γενιάς και κατεστραμμένα λάστιχα, μπέηζμπολ μπαστούνια και πατίνια. Τα παιδιά των ντόπιων παίζουν ακόμα στις πίσω γειτονιές με πατίνια και σχοινάκια. Ο ήλιος στην κατακόρυφο, δεν αφήνει σκιές. Αργότερα, το απόγευμα, θα φυσήξει πάντα ο άνεμος των εμπόρων, και θα σειστούν αδιόρατα τα φοινικόκλαδα. Το βράδυ κοιτώντας ψηλά μπορείς να δείς τον Αρκτούρο και την Αφροδίτη, ακόμα και τον Κρόνο ή το σταυρό του Νότου. Αλλά δεν πρόκειται να κοιτάξεις ψηλά, γιατί θα πέσεις νωρίς σε λήθαργο μετά την ολοήμερη μάχη με τα κύματα.

Στη γωνία πιο κεί ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με καταγωγή μεσογειακή (μπορεί να είναι έλληνες μπορεί και σύριοι ή εβραίοι ή σικελοί – δε θέλω να ανοίξω κουβέντα) πουλάει πρωϊνό και κέηκ με μάνγκο ή μπανάνα. Όποτε πάω πάντα έχει τελειώσει η μπανάνα. Ακριβώς απέναντι υπάρχει ένα δέντρο μάνγκο του οποίου τα κλαδιά γέρνουν από το βάρος των φρούτων. Στο πίσω τετράγωνο κατοικεί μεταξύ άλλων, μια οικογένεια με πολλά παιδιά και τουλάχιστιν δέκα κότες στην αυλή. Ακριβώς απέναντι, ένας γέρος γιαπωνέζος βγαίνει κάθε πρωί στο γκαζόν του (καλοκουρεμένο γκαζόν) και κάνει γυμναστική προσπαθώντας να εξορκίσει το πάρκινσον. Πάντα χαμογελάει όταν περνάω, αδύνατον να κρύψει το τρέμουλο.

Το σαβατοκύριακο το περνάς στις παραλίες. Όχι στις δυο τρείς που πάνε οι τουρίστες, στις άλλες που πάνε οι ντόπιοι. Οι οποίοι ξεχύνονται σαν τους γύφτους με τα αγροτικά τους suv και τα ψυγεία τους και τις ψησταριές τους. Τεράστιες μελαμψές κοιλιές προχωρούν μπροστά, τεράστια μελαμψά κεφάλια ακολουθούν. Την πέφτουν κάτω από τους φοίνικες ή τα πεύκα (τα πεύκα κάνουν βέβαια καλύτερη σκιά αλλά η άμμος εκεί είναι γεμάτη με μικροσκοπικά κουκουνάρια που τσιμπάνε). Και πότε πότε κατεβαίνουν στη θάλασσα να καβαλήσουν κανένα κύμα. Πρίν τις τρείς αρχίζει το ψήσιμο. Γύρω στις πέντε αρχίζουν να αποχωρούν. Γουαϊμανάλο.

Δεν υπάρχουν ανεμιστήρες ταβανιού, αποικιακού στυλ. Τα σπίτια είναι πολύ χαμηλοτάβανα για τέτοιες πολυτέλειες. Οι ανεμιστήρες είναι πλαστικοί και επιτραπέζιοι, χρώματος άσπρου σκονισμένου. Όλα τα σπίτια στις πίσω γειτονιές έχουν αυτοφυείς κήπους. Πάει να πεί, άμα δεν τον ξεριζώσεις θα φουντώσει.

Μπούγκι μπόρντινγκ

Wednesday, July 30th, 2008

Τα καλοκαίρια εδώ στη Χαβάη διακρίνονται μεταξύ άλλων για ένα εξαιρετικής σημασίας χαρακτηριστικό τους: η φουσκοθαλασσιά και επομένως τα στρωτά κύματα έρχονται απ’τον νότο και συναντούν τις προφυλαγμένες και ήπιας κλίσης παραλίες κοντά στις πόλεις. Όταν αυτό συμβαίνει το σαββατοκύριακο και δή με τα σχολεία κλειστά, όπως το περασμένο, πρόκειται για ολοήμερη γιορτή. Κάθε ντόπιος πιτσιρικάς που έχει σανίδα του surf ή boogie board, δηλαδή κάθε ντόπιος πιτσιρικάς, βρίσκεται στο νερό από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου.

Μαζί τους βέβαια και όλοι οι λευκοί και λοιποί περαστικοί και τουρίστες, έξω στο Γουακίκι, να περιμένουμε το σωστό το κύμα. Το σωστό κύμα, στην περίπτωση του boogie boarding (μικρότερη “σανίδα” από πλαστικό ή fiberglass για τους μερακλήδες, την οποία οδηγείς ξαπλωτός όταν σε πάρει και σε σηκώσει) είναι στρωτό με μεγάλη κλίση που δεν έχει ακόμα σπάσει σε αφρό. Όταν το πετύχεις αρκούν δυο τρείς απλωτές για να γλιστρήσεις την πλαγιά του και να αρχίσεις την κούρσα προς την παραλία. Αλλά για να το πετύχεις χρειάζεται υπομονή, επιμονή και μια σχετική τεχνογνωσία ή τουλάχιστον παρατηρητικότητα. Σε μια καλή μέρα άσχετοι όπως εγώ καταφέρνουν να καβαλήσουν δυο-τρία καλά κύματα την ώρα. Οι μάστορες βέβαια, συνήθως φαφούτηδες και μελαμψοί, που το κατέουν το σπορ, τα καβαλάνε όλα (και τότε “I too am not a bit tamed, I too am untranslatable,
I sound my barbaric YAWP over the roofs of the world.
“).

Το άλφα και το ωμέγα αυτού του εγχειρήματος είναι να πλασαριστείς στη σωστή θέση. Η σωστή θέση είναι εκεί που το επερχόμενο κύμα φουσκώνει αρκετά, αλλά στην άκρη της κυματομορφής και δή από τη μεριά όπου το κύμα σπάει πρώτα σε αφρό. Διότι ο στόχος είναι να οδηγήσεις τη σανίδα διαγώνια από το μεγάλο ύψος στο μικρό (από το μεγάλο δυναμικό στο μικρό), καθώς ο στρόβιλος από το σκάσιμο του κύματος σε ακολουθεί (κι όχι ανάποδα διότι έτσι το τρώς στη μάπα, βεβαίως). Βέβαια, παρόλο που υπάρχουν χάρτες με τα σημεία που σκάνε τα κύματα (τουλάχιστον πέντε στο Γουακίκι), για να βρεθείς στη σωστή θέση τη σωστή στιγμή πρέπει είτε να έχεις πολλά ένσημα είτε να παιζεις πλησίον του φαφούτη. Στην δεύτερη περίπτωση πρέπει να αντέξεις το υποτιμητικό του ύφος μόλις διαπιστώσει οτι είσαι ασπρουλιάρης και το board σου το πήρες πενήντα δολλάρια από το τουριστικό της γωνίας.

Τέλος πάντων, όλοι σχεδόν τα καταφέρνουν (ακόμα και οι πενηντάρες νοικοκυρές που σκάνε μύτη τις Κυριακές τα απογεύματα), διότι το να καβαλάς κύμα στο Γουακίκι είναι σαν να είσαι ερωτευμένος: ακόμα κι αν είναι η πρώτη σου φορά και δεν ξέρεις που πας, καραγουστάρεις, και τα χέρια σου οδηγούν χωρίς να προλαβαίνει το μυαλό σου να σκέφτεται.