Το μόνο που μπορεί να σε φέρει εδώ είναι ένα μπόινγκ γεμάτο τουρίστες. Στη διάρκεια της τουλάχιστον πεντάωρης πτήσης ενώ προσπαθείς να ξεχάσεις το τελευταίο αεροδρόμιο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα σου ανακοινώσουν οτι τώρα που φτάνεις στον παράδεισο θα πρέπει να πληρώσεις φόρο παραδείσου. Τίποτα δεν είναι τσάμπα, σου λένε. Αλλά θα περάσεις καλά.
Το πρώτο πράγμα που σου κάνει εντύπωση στη Χονολουλού (φτάσαμε μια υγρή Σεπτεμβριανή νύχτα και διασχίσαμε με τη νοικιασμένη dodge πάνω στον αυτοκινητόδρομο τη ραχοκοκαλιά της πόλης) είναι τα άθλια πολυτελή ξενοδοχεία στο Γουακίκι, οι αναμένοι πυρσοί στους δρόμους για εφέ, η μυρωδιά Ασιατικού απολυμαντικού (τζίντζερ) και τα δρομάκια γύρω από την λεωφόρο Καλακάουα όπου φορτώνονται και ξεφορτώνονται τόνοι σεντόνια για καθάρισμα.
Στην αρχή αυτή η φάμπρικα με τους τουρίστες και την μετεξέλιξη της τοπικής κουλτούρας σε γελοίο αξιοθέατο σε ξενίζει. Σου φαίνεται απάνθρωπο και καπιταλιστικό, όμως σιγά σιγά το συνηθίζεις, γίνεσαι κι εσύ τμήμα της πόλης, σκέφτεσαι από την απο’δώ πλευρά της μεμβράνης που χωρίζει εμάς τους ντόπιους από τους τουρίστες, και η φάμπρικα γίνεται μια φάμπρικα όπως όλες. Και γίνεται το Γουακίκι κατά κάποιο τρόπο όμοιο με την Αθηνάς και την Ερμού, άλλωστε κι εδώ οι εργαζόμενοι καταφτάνουν πολύ νωρίτερα από τους επισκέπτες, εισπνέουν το σκονισμένο πρωϊνό αέρα της ασφάλτου μετά την επέλαση των οδοκαθαριστών και δουλεύουν το ωράριό τους ακατέβατο, χωρίς να μπορούν να δουν ούτε για λίγο τη θάλασσα.
Μαθαίνεις όμως σιγά σιγά, όσο απορροφάσαι στην από εδώ πλευρά της μεμβράνης, οτι το νησί ξεκινάει εκεί που τελειώνουν τα ξενοδοχεία, οτι Χονολουλού είναι εξίσου τα βρώμικα πεζοδρόμια του κέντρου και η παραλία της Καϊμάνα, τα Ταϋλανδέζικα εστιατόρια και η κλειστή ψαραγορά των Κινέζων, οι εξαθλιωμένοι και καψαλισμένοι ζητιάνοι που κοιμούνται ξυπόλιτοι στα δημόσια πάρκα και οι καθόλου εξαθλιωμένοι αλλά εξίσου καψαλισμένοι ιθαγενείς που κοιμούνται ξυπόλιτοι στα δημόσια πάρκα, οι φυτεμένοι φοίνικες του Γουακίκι εξίσου με τους φυσικούς φοίνικες γύρω από τον κρατήρα με το Πολυνήσιο όνομα Diamond Head.
Έξω από αυτή την παράξενη πόλη τη γεμάτη ασιάτες μετανάστες και λευκούς εποίκους, αποτραβηγμένη και απούσα, κρύβεται σαν απομεινάρι η παράδοση των ντόπιων, των ιθαγενών, των αγρίων. Μια παράδοση φυλής ηττημένης από το χρόνο και τον πολιτισμό της δύσης. Ανθρώπων που πρίν έρθει ο Κούκ και τους βάλει στο χάρτη, ζούσαν μαζί χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να έχουν ιδιόκτητη γή, χωρίς πόρτες και παράθυρα και ιδιωτική ζωή, με τα πρωϊνά τους και τα παιδιά τους μοιρασμένα, κάτω από τη θαλπωρή μιας θρησκείας ανιμιστικής όπου ο Θεός δεν ήταν γενειοφόρος και πάνσοφος, αλλά το κύμα και η δροσοσταλίδα, ο λόφος και το χορτάρι πάνω στο λόφο, ο κρατήρας και η λάβα μέσα από τον κρατήρα, ο καρχαρίας – ψάρι που εμπνέει το σεβασμό και το δέος – και η φάλαινα – που έρχεται κάθε χειμώνα για να γεννήσει και ξαναφεύγει για το βόρειο παγωμένο. Μια παράδοση, με άλλα λόγια, καταδικασμένη να αφανιστεί στην πρώτη επαφή της με τους απ’έξω. Όταν ο βασιλιάς Καλακάουα (ο δρόμος που φέρει το όνομά του περνάει μέσα από την καρδιά της τουριστικής υποδομής), ορμηνευμένος από τους ιεραπόστολους δασκάλους του (που ήρθαν να σώσουν τους άγριους και σώθηκαν οι ίδιοι για τα καλά) με ένα διάταγμα μοίρασε τη γή του νησιού σε αγροτεμάχια κανένας δεν αντέδρασε.