Τόσες μέρες διαβάζω για την υπόθεση της Α., διαβάζω τα ποστ της Α., τα σχόλια στα ποστ της Α. . Για κάποιο λόγο (που ακόμα τον ψάχνω) μόνο ένα σχόλιο του Νίτσε, μέσω Un certain plume από τα σχόλια εδώ, εκφράζει επακριβώς την αίσθηση που μου δημιουργούσαν οι καταθέτοντες ηλεκτρονικούς στεφάνους γύρω από την Α. .
“Είναι χτυπημένος από τη μοίρα, και να που καταφθάνουν οι “συμπαθούντες” για να του περιγράψουν τη συμφορά του –στο τέλος βέβαια θα φύγουν ικανοποιημένοι και ενθουσιασμένοι: χόρτασαν με τον τρόμο του παθόντος, λες και ήταν δικός τους, και έτσι πέρασαν ένα όμορφο απόγευμα”. (Νίτσε, “Χαραυγή”).
Την αίσθηση του τραγικού που μου προξένησε η ίδια η Α. δεν θα ήθελα να τη συζητήσω. Οι καταγγελίες της όμως, σαν κοινωνικές πράξεις, χρίζουν συζήτησης. Αυτή η συζήτηση γίνεται στου Κουκουζέλη, στου Τάλου, στου Σραόσα-Ρακάσα και αλλού, που δεν έτυχε να κοιτάξω. Αυτή η συζήτηση έχει νόημα.
Οι δημόσιες περιγραφές συναισθημάτων δεν έχουν νόημα, παρεκτός σαν άσκηση λογοτεχνίας.