Απόσπασμα προθέρμανσης
Saturday, December 24th, 2011
Στο τρέχον έτος έπεσε πολύ ερημιά σ’αυτό το μπλογκ.
Το αρχείο στα δεξιά έγραψε ένα ποστάκι, κι αυτό όχι μόνο το Φεβρουάριο, αλλά και στο επίπεδο του “απλώς προσωπικού”. Το 2012 υπόσχεται καλύτερες μέρες. Αλλά για να έρθουν αυτές οι μέρες πρέπει να ξαναζεσταθεί κανείς, να ξαναθυμηθούν τα δάχτυλα την τεχνική του γράφειν ποστ, ξέρεις τώρα. Και για να ξαναζεσταθεί κανείς, σκέφτηκα, έχει διάφορες επιλογές:
- γράφει μικρά, βουβά μεταποστς σαν αυτό εδώ.
- βάζει κανένα σύνδεσμο προς κείμενα σιωπηλώς συγκλονιστικά γραμμένα με εμφανή μόχθο γύρω από ξεχαρβαλωμένα σημεία στίξης.
- κοιτάζει μήπως υπάρχει κανένα παλιό ποστάκι σωσμένο στο αρχείο και μηδέποτε δημοσιευμένο.
… και βρίσκει το παρακάτω. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε το έγραψα, θα πρέπει να έχουν περάσει μερικά χρόνια, ούτε και αναγνωρίζω ακριβώς τις ιδέες και τα ένστικτα του αφηγητή σαν δικά μου. Ούτε και εγκρίνω πια ορισμένους σταθμούς, σ’αυτή την ερασιτεχνικά φιλοσοφική βόλτα στο ενδοαστρικό κενό της οντολογίας:
Οποιοσδήποτε ασχολείται με τις θετικές επιστήμες θα έχει διαπιστώσει πως η ανηλεής ρεαλιστική ορθολογική κριτική είναι ταυτόχρονα πολύτιμη και επικίνδυνα δεσποτική. Το να οριοθετήσεις την αρμοδιότητα του ρεαλιστικού ορθού λόγου είναι μια διαδικασία τετριμμένη και αυτόματη για τους φυσιολογικούς ανθρώπους που δεν ταλαιπωρούνται από την απαίτηση να είναι συνεπείς. Για τους μειοψηφούντες που τους διακρίνει η `επιστημοσύνη’, τα πράγματα δεν είναι πάντα εύκολα.
Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα:
Υπάρχουν ώρες στη ζωή, που ο άνθρωπος με τα ψειριασμένα μαλλιά, έχοντας το μάτι ορθάνοιχτο, ρίχνει τρομαγμένες ματιές στις πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, γιατί νομίζει πως ακούει μπροστά του κάποιο φάντασμα να του χουγιάζει ειρωνικά*.
Το πρόβλημα με το παραπάνω (που προέρχεται από ένα βιβλίο σαφώς απαγορεύσιμο σε μια δικτατορία του ορθού λόγου) είναι οτι ούτε οι πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, αλλά ούτε τα φαντάσματα είναι πράγματα υπαρκτά. Όταν λέω `υπαρκτά’, εδώ, εννοώ οτι δεν μπορείς να τα βρείς εκεί έξω, στον hardware κόσμο, και να αλληλεπιδράσεις μαζί τους.
Από την άλλη είναι σαφές σε όλους, ελπίζω, οτι το απόσπασμα έχει κάτι να πεί, και, γι’αυτό, δεν θέλεις να το απορρίψεις αμέσως. Έχεις δυο, χοντρικά, επιλογές. Η μια είναι η `σημειολογική’ προσέγγιση: το κείμενο περιέχει έννοιες που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές οντότητες, συνιστούν όμως μεταφορικά σχήματα, οχήματα για να εκφραστεί κάτι που είναι υπαρκτό, ή, ίσως, για να σχηματοποιηθεί κάτι αόριστο και α-σχημο (σαν τους πυρήνες των ατόμων) που όμως είναι εκεί και μας ταλαιπωρεί. Υπολανθάνει εδώ η αποδοχή του οτι τα φαντάσματα και οι πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου δεν υπάρχουν μεν, μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία, δε, και γι’αυτό τους εκχωρείται το δικαίωμα να εμφανίζονται ανενόχλητες.
Η δεύτερη προσέγγιση είναι η `ανατρεπτική’: αφού το απόσπασμα περιέχει κάτι βαθύ και αληθινό, το πρόβλημα είναι στον ορισμό του τί σημαίνει `υπαρκτά’. Αυτός ο ορισμός ανατρέπεται (εις βάρος της ηγεμονίας του ορθού λόγου που παρακολουθεί λυσσασμένος απ’τη γωνία) ή μάλλον διαστέλλεται για να χωρέσουν τα φαντάσματα που χουγιάζουν ειρωνικά και οι ιριδίζουσες, πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου. Τα φαντάσματα υπάρχουν `εντός μας’, στη συνείδηση τη δική μας (και το άπειρο σ’αυτήν του Ζήνωνα) – τα πνεύματα πάλλονται στον πολυδιάστατο εσωτερικό μας κόσμο όσο πραγματικά πάλλεται ο αντικατοπτρισμός της Σελήνης στο νερό.Το παθογενές στη δεύτερη προσέγγιση προκύπτει από μια ακολουθία γλιστερή σα βρεγμένο μάρμαρο: κάθε τι που υποννοεί επιτυχώς κάτι άλλο μπορεί να είναι σημείο, και κάθε σημείο είναι υπαρκτό εντός μας, άρα (;!) και υπαρκτό γενικώς. Ένας χυμώδης κόσμος από νοήματα που γίνονται οντότητες επειδή κάποτε υπήρξαν επιτυχείς αντικατοπτρισμοί δημιουργείται. Σ’αυτό το επίπεδο, η επικοινωνία γίνεται μυστική, ερμητική, πραγματοποιείται με αναφορές στους `υπαρκτούς’ αντικατοπτρισμούς. Η παθογένεια έγκειται ακριβώς στο οτι δεν υπάρχει καμμιά εγγύηση οτι οι δυο αντικατοπτρισμοί αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Ανήμπορος να προσφύγει στον hardware κόσμο προς επικύρωση του οτιδήποτε, ο άνθρωπος με τα ψειριασμένα μαλλιά επιμένει να κοιτάζει τρομαγμένος τις πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, διαβεβαιώνοντας τον εαυτό του οτι ο συνάνθρωπός του κοιτάζει τις ίδιες μεμβράνες, ότι κι αν σημαίνει αυτό.
Ο ορθός λόγος είναι μόνο ένα εργαλείο – δεν παράγει μεταφυσική, ούτε ηθική. Ενδεδυμένος τον μανδύα μιας ρεαλιστικής μεταφυσικής μπορεί να μετατραπεί σε κοσμοθεωρητικό σχήμα που επιτρέπει την κατ’ουσία επικοινωνία. Το να τον οικοιοποιείται κανείς, δε σημαίνει, όμως, οτι είναι υποχρεωμένος να παραμένει τυφλός απέναντι σε κάθε εύγλωττο σημείο, ή ύποπτος μπροστά σε κάθε μεταφορά ή αλληγορία. Η κυριολεκτική ερμηνεία των πάντων συνιστά ανεπιφύλακτα μια αθεράπευτη μορφή ηλιθιότητας. Από την άλλη, η προσφυγή στο ανορθολογικό ακυρώνει τη διαφορά μεταξύ του “σημαίνει” και του “υπάρχει”, και άρα, κατά κάποιον τρόπο συνιστά προδοσία του υπαρκτού κόσμου. Δεν θα πρέπει να μπερδεύουμε τα πράγματα με τα ονόματα που τα περιγράφουν, ακόμα κι αν αυτά τα ονόματα είναι τέτοια μόνο μέσα από ποικίλλες σημειολογικές μεταμορφώσεις.
*Lautreamont, “Τα τραγούδια του Μαλντορόρ”