Αρχείο για την ενότητα ‘φιλοσοφια’

Pound

Wednesday, July 30th, 2008

Το γεγονός οτι ο Ezra Pound υπήρξε και έγραψε θέτει αυτόματα, στη συνείδησή μου, ίσως τον πιο δυσεπίλυτο γρίφο σε σχέση με την λογοτεχνία και την προσληψή της. Εξηγούμαι:

“It took you ninety-seven words to do it,” Pound is reported to have remarked to a young literary aspirant who had handed him a new poem. “I find it could have been managed in fifty-six.” He claimed that his best-known short poem, “In a Station of the Metro,” took a year and a half to write, and that he had cut it down from thirty lines:

The apparition of these faces in the crowd;
Petals on a wet, black bough.

[...] It’s important to recognize, though, that the subject of the poem is not “these faces”; the subject is “the apparition.” (Otherwise, the first three words would be superfluous, subject to the Imagist razor.) The faces are not what matters. What matters is the impression they make in the mind of a poet. That is where the work of association takes place. This is what poets do: they connect an everyday x with an unexpected y. “Apparition” also reminds us [...] that the poem takes place under the ground: the people are experienced as ghosts, the subway as a visit to the underworld.

από το άρθρο του Louis Menand “The Pound Error” στο New Yorker.

Ας σημειωθεί, τώρα, οτι ο Pound ήταν φασίστας μέχρι το κόκκαλο. Όχι απλός φασίστας, αλλά στρατευμένος φασίστας, με φασιστικούς χαιρετισμούς, αντισημιτικά κηρύγματα και με το καλύτερό του ποίημα μια ελεγεία στον αδικοχαμένο Μουσσολίνι! Ταυτόχρονα υπήρξε φίλος του Duchamp, του Tzara, του Hemingway.

Το να απορρίψει κανείς την ποίηση του Pound ως προϊόν της φασιστικής σκέψης μου φαίνεται υπερβολικά δύσκαμπτο. Τότε, μόνο και μόνο για λόγους συνέπειας, θα έπρεπε να απορρίψει ολόκληρη την στρατευμένη τέχνη και τη μισή και πλέον λογοτεχνική παραγωγή.

Από την άλλη πώς να συμβιώσεις με τους στίχους του Pound χωρίς την εκπεφρασμένη φασιστική ιδεολογία του, πως να απομονώσεις το ποίημα από τον ποιητή; Χωρίς να παραδοθείς, πάει να πεί, αμαχητί στον υπερβολικά ασύνδετο κόσμο του μεταμοντερνισμού όπου φόρμα και περιεχόμενο, λέξεις και νόημα, ποίημα και πρόθεση του ποιητή ζουν ζωές ανεξάρτητες και η σχέση μεταξύ τους μοιάζει χαλαρή και νεφελώδης.

“The Pisan Cantos,” which Pound composed in the Army Disciplinary Training Center, at a time when he had every expectation of being executed, is, formally, an elegy occasioned by the death of Mussolini at the hands of Italian partisans.

Ben and la Clara a Milano / by the heels at Milano.

Κάτι που ωθεί, ενσυνείδητα, τον εαυτό του προς το μέλλον.

Thursday, December 14th, 2006

Το δράμα του ιστολόγου είναι οτι αδυνατεί να αποφύγει τις αδιέξοδες συζητήσεις με τους διάφορους συνήθεις ύποπτους, συζητήσεις που οδηγούνται μεν, ευτυχώς, πρόωρα στον μαρασμό, όχι όμως πριν ξυπνήσουν τον Μορμόνο μέσα του.

Για τον Θεό που δεν υπάρχει, λοιπόν, ο Σάρτρ έχει να πεί τα εξής:

When we think of God as the creator, we are thinking of him, most of the time, as a supernal artisan. Whatever doctrine we may be considering, whether it be a doctrine like that of Descartes, or of Leibnitz himself, we always imply [...] that when God creates he knows precisely what he is creating.

[...]Atheistic existentialism, of which I am a representative, declares with greater consistency that if God does not exist there is at least one being whose existence comes before its essence, a being which exists before it can be defined by any conception of it. That being is man or, as Heidegger has it, the human reality. What do we mean by saying that existence precedes essence? We mean that man first of all exists, encounters himself, surges up in the world – and defines himself afterwards. If man as the existentialist sees him is not definable, it is because to begin with he is nothing. He will not be anything until later, and then he will be what he makes of himself.

[...]For we mean to say that man primarily exists – that man is, before all else, something which propels itself towards a future and is aware that it is doing so.

Ο τίτλος του δοκιμίου είναι, για προφανείς λόγους, “Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ουμανισμός“. Όσο διαρκεί αυτό το δοκίμιο, ο άνθρωπος υπάρχει, πρώτα από όλα, ο άνθρωπος οδηγεί τον εαυτό του προς το μέλλον, εγκαταλελειμένος, διότι

[...] when we speak of “abandonment” – a favorite word of Heidegger – we only mean to say that God does not exist, and that it is necessary to draw the consequences of his absence right to the end.

Τα ξόρκια του Σαρτρ αρθρώθηκαν πριν από 60 χρόνια. Άραγε υπάρχουν καλύτερες τοποθετήσεις επί του θέματος στην πιάτσα;

…περιφρουρήσει την αποσπασματικότητα και το θραυσματικό της ιδιωτικής εμπειρίας…

Tuesday, October 24th, 2006

Τη στιγμή που ολόκληρος ο πλανήτης μετατρέπεται μέσω της διαρκούς επέκτασης της πληροφορικής σε ένα οικουμενικό χωριό μέσα στο οποίο τηλεόραση, εφημερίδες, τεχνική, γνώσεις, διασκέδαση οργανώνουν την ανθρώπινη εμπειρία με τους όρους ενός κοινού παγκόσμιου αφηγήματος, ενός πλανητικού serial του οποίου όλοι γνωρίζουν το προηγούμενο επεισόδιο ενώ αναμένουν με έξαψη ή περιέργεια το επόμενο, η ποίηση, με τον κατ’ουσίαν αντιαφηγηματικό της χαρακτήρα, έρχεται να περιφρουρήσει την αποσπασματικότητα και το θραυσματικό της ιδιωτικής εμπειρίας και να εγγυηθεί οτι η ανθρώπινη ευαισθησία θα εξακολουθήσει να παραμένει ασυνεχής και ασύμμετρη προς τον νέο ολισμό της πληροφορικής.

Γιάννης Πατίλης, “η ποίηση ως ουτοπία“, Εμβόλιμον, 1997

Αναρωτιέμαι αν θα επέμενε στις διατυπώσεις του σήμερα, 10 χρόνια μετά, ο Γ. Πατίλης. Μπορώ να δώ δισεκατομύρια θραύσματα γύρω από το “παγκόσμιο αφήγημα”, έναν ασύλληπτο και εξοντωτικό πλουραλισμό και μια αφόρητα ανάλαφρη αποσπασματικότητα στη θέση κάθε συγκροτημένου αφηγήματος, έναν ωκεανό θορύβου στον οποίο η ποίηση έρχεται να προσθέσει τις δικές της, ανεπανάληπτες μεν, αλλά το ίδιο υγρές σταγόνες.

Όμως για κάποιο λόγο μου αρέσει που είναι η ποίηση αυτή που καλείται να περιφρουρήσει την αποσπασματικότητά μας, που υποτίθεται οτι διεκδικεί εξ’ονόματός μας το δικαίωμα να μην απολογούμαστε για το θραυσματικό της εμπειρίας μας αλλά και για οτιδήποτε το ασυνεπές, ασύμμετρο, ασυνεχές, μη-κανονικό, ενδόμυχα παράνομο, αναρχικό…

Ο Πατίλης είναι κατ’ουσίαν ένας επαναστάτης. Αξίζει να διαβάσετε και το υπόλοιπο της συνέντευξης.

Επαληθευσιμότητα και κύρος στα επιστημονικά μοντέλα

Thursday, September 14th, 2006

Παρά τους ισχυρισμούς για το αντίθετο, η επιστήμη δεν προοδεύει μέσα από απλές διαψεύσεις, μέσα από τη μία και μοναδική περίπτωση που καταρρίπτει το παλιό Παράδειγμα. Εξαιρετικοί ισχυρισμοί χρήζουν εξαιρετικών αποδείξεων.

λέει ο Andrew Jaffe, σαν συμπέρασμα σε ένα ποστ που επισημαίνει την πιθανότητα οι πρόσφατες παρατηρήσεις που θεωρούνται απ’ευθείας επιβεβαίωση της ύπαρξης σκοτεινής ύλης να μπορούν να εξηγηθούν με πιο περίπλοκα μοντέλα τροποποιημένης Νευτώνιας βαρύτητας.

Το παράξενο στην υπόθεση αυτή είναι οτι η σκοτεινή ύλη θεωρείται το Παράδειγμα και οι τροποποιημένες θεωρίες βαρύτητας ο εξαιρετικός ισχυρισμός! Έτσι οι πρόσφατες παρατηρήσεις θα πρέπει να ενταχθούν, μάλλον, στο πλαίσιο της επιβεβαίωσης ενός Παραδείγματος που απολαμβάνει ήδη της εμπιστοσύνης των κοσμολόγων – αλλά όχι, όπως υπογραμμίστηκε και στη συνέντευξη τύπου όπου ανακοινώθηκε – στο πλαίσιο της απόρριψης των τροποποιημένων θεωριών. Έτσι κι αλλιώς, το συμπέρασμα κάθε μοναδικού πειράματος μπορεί πάντα να ακυρωθεί.

Και ενώ υπάρχουν πολλές ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης σκοτεινής ύλης (που προτάθηκε ήδη από το 1930!!!), αυτό που συνήθως αναφέρεται ως το στοιχείο που την καθιστά Παραδειγματική είναι οτι Ασθενώς Αλληλεπιδρώντα Μεγάλης Μάζας Σωμάτια (Weakly Interacting Massive Particles – WIMPS), που θεωρούνται οι επικρατέστεροι υποψήφιοι σκοτεινής ύλης, προκύπτουν με φυσικό τρόπο στα Υπερσυμμετρικά μοντέλα.

Με άλλα λόγια, εμπιστευόμαστε την υπόθεση της σκοτεινής ύλης περισσότερο γιατί προκύπτει αβίαστα σε ένα άλλο μοντέλο που επίσης βρίσκεται στο στάδιο του υποθετικού. Ο ίδιος δεσμός χρησιμοποιείται και σαν επιχείρημα υπέρ της υπερσυμμετρίας.

Με όλα αυτά θέλω να πώ πως σε ζητήματα όπου η πειραματική επιβεβαίωση είναι ισχνή ή θολώνεται από τις δυσχερείς συνθήκες παρατήρησεις, ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται και δρά η κοινότητα πολύ απέχει από την αρχετυπική συμπεριφορά που περιέγραψε ο Popper και ο Kuhn. Υποθετικά μοντέλα που συνδέονται μεταξύ τους αποκτούν αυξημένο κύρος και περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται μ’αυτά. Και, οπωσδήποτε, όσο ένα μοντέλο βρίσκεται μακριά από συνθήκες εξοντωτικής πειραματικής εξακρίβωσης (ή όσο καταφέρνει να ξεγλιστρά από την οριστική διάψευση) το κύρος του μετριέται από τις εργατώρες που αναλώνονται πάνω του.

Τα ρω του Αρανίτση

Monday, June 26th, 2006

Τί ήταν εκείνο που κυρίως με ενόχλησε στο τελευταίο “Παράδοξο” του Ευγένιου Αρανίτση; Χωρίς αμφιβολία, εκσφενδονίστηκα στην αντίπερα όχθη εξ’αιτίας μιας φράσης που ξεκινάει “χωρίς αμφιβολία”:

Χωρίς αμφιβολία, αν κάτι διαρκεί κατά μήκος του χρόνου, είναι εκείνο που παραμένει αινιγματικό, εκείνο του οποίου την ισχυρή σημασία αδυνατούμε να συλλάβουμε.

Αυτή η εντελώς απρόκλητη επίκληση στο ασύλληπτο δεν θα έπρεπε να με πτοήσει. Όμως ακολουθεί η περιγραφή ενός στιγμιοτύπου από το παιδικό παρελθόν του συγγραφέα που γρήγορα απολαμβάνει τα προνόμια μιας ενόρασης. Η επιγραφή με κιμωλία πάνω σε μια πόρτα με τη λέξη “Ιούνιος”, το επίκεντρο του αινίγματος που θα παραμείνει ασύλληπτο, περιγράφεται διαδοχικά ως

  • κάτι που υπνώτισε τον συγγραφέα, όπως ένα ξόρκι
  • το σινιάλο μιας ανταρσίας που έβρισκε επιτέλους τον αποδέκτη του
  • το σημάδι οτι κάποιοι θα επέστρεφαν σύντομα
  • το ραντεβού, όχι τον Ιούνιο, αλλά μέ τον Ιούνιο
  • η συνάντηση με το ατόφιο, αυθεντικό παρόν
  • η “προσήλωση στο σημείο βρασμού των πραγματικών αντιθέσεων και ο συνακόλουθος δεσμός με τον ομφαλό ενός ονείρου που το ζούμε στην καρδιά του Ενεστώτα”.
  • η άμεση, ανάγλυφη επικαιρότητα μιας ακαριαίας αποκάλυψης της αστραπής του Θεού.
  • μαγική διάβαση προς οποιοδήποτε μέρος του κόσμου
  • η 100η πύλη της εκατονταπυλιανής
  • η πόρτα απ’όπου θα φύγουν δια παντός οι τουρίστες

Καθώς παρακολουθούσα το ξεδίπλωμα αυτής της ακολουθίας εξηγήσεων, ήρθε στο μυαλό μου ο Έκο (ο απατεώνας Έκο που πουλάει τα βιβλία του αποκαλύπτοντας μυστικά), και τα περί ερμηνείας και υπερ-ερμηνείας. Συνειδητοποίησα πως, αν και ο Αρανίτσης ίσως υπερ-ερμηνεύει την πόρτα του, ίσως κι εγώ υπερ-ερμηνεύω τις μυστικές του προσεγγίσεις: ένα ξόρκι, ένα σινιάλο, ένα σημάδι, ένα ραντεβού, μια συνάντηση με το παρόν, ένα όνειρο που βιώνεται (ποιό όνειρο;), μια αστραπή του Θεού, μια μαγική διάβαση, ένας θρύλος, μια πόρτα. Όλα αυτά σε προκαλούν να φανταστείς οτι υπάρχει ένα “επέκεινα” πίσω τους, μια πραγματικότητα που περιμένει να γίνει αντιληπτή. Αλλά αυτή η πραγματικότητα είναι, και θα παραμείνει, άρρητη, οριστικώς, στους αιώνες των αιώνων. Έτσι μας μένει μόνο να τη φανταστούμε, ο καθένας μόνος του, αυτήν την πραγματικότητα. Ή να φανταστούμε οτι τη φανταζόμαστε, και να μιλήσουμε γι’αυτήν σαν να την είχαμε φανταστεί στην εντέλεια, σαν να ήταν μια πραγματικότητα κοινή. Άρα, ενδεχομένως τα σύμβολα του Αρανίτση να έχουν αφεθεί επί τούτου κενά.

Οι αρχιερείς του ερμητισμού, της “μυστικής συνομιλίας των πραγμάτων”, επανοριοθετούν αδιάκοπα την επικράτεια του Αρρήτου. Εντός της βρίσκεται εδώ και χρόνια ο ουρανός και τα περισσότερα από τα θεμελιώδη στοιχεία που συνθέτουν τον κόσμο μας, η παιδική μας ηλικία και τα νεφελώδη μας όνειρα, η άκρη της θάλασσας και η αρχή του έρωτα, το εσωτερικό του κορμιού και τα μάτια. Ολοένα και περισσότερα όντα της δικής μου πραγματικότητας, όντα χειροπιαστά και απολύτως πραγματικά, μαθαίνω οτι προσχωρούν στο σύμφωνο του αδιαπραγμάτευτα απερίγραπτου, έξω από την εμβέλεια των ραντάρ. Ο Λόγος μετατρέπεται σε Μυστικό.

Όλα τα παραπάνω ενέχουν μια μη-αμεληταία δόση αδικίας – σίγουρα άδικη είναι η καταγραφή σε μια λίστα των θεμάτων ενός κειμένου του οποίου το νόημα δεν μπορεί παρά να προκύψει από τη συνολική ανάγνωσή του. Θα μπορούσα να βρώ πολλά για να υπερασπιστώ τον Αρανίτση της φαντασίας μου. Στο κάτω κάτω, το μόνο που προσπαθεί είναι να προσπελάσει αυτή την επιγραφή με τη λέξη Ιούνιος, να την περιτριγυρίσει ελικοειδώς με τη βοήθεια όλων αυτών των περιφράσεων, να ενσαρκώσει, έστω και ατελώς, την παιδική του ενόραση με απόκρυφες μεταφορές. Ίσως ο Ιούνιος να είναι μόνο η πρόφαση γύρω απ’την οποία περιδινίζονται οι νύξεις όσων είναι σημαντικά. Ή, ίσως, ο Αρανίτσης επανακαθορίζει διαρκώς τα σύνορα της ποιητικής του, τα ορόσημα της λογοτεχνικότητάς του. Αντιφάσκει (το αιωνίως ασύλληπτο γίνεται αντικείμενο μιας, έστω ασυμπτωτικής, προσέγγισης) αλλά η αντίφαση είναι εκφραστικό μέσο που επιτυγχάνει να καταδείξει σε δεύτερο επίπεδο το εγγενώς ασύγνωστο του υποκειμένου. Βεβαίως, τα προβλήματα αυτοκαθορισμού του (εκάστοτε) συγγραφέα είναι πάντα δευτερευούσης σημασίας μπροστά σε αυτό που λέγεται. Δεν είναι; Ίσως, τέλος, να ξιφουλκώ μονάχα με τον βολικό Αρανίτση της φαντασίας μου, ενώ ο πραγματικός Αρανίτσης ήθελε άλλα να πεί (αλλά δεν τα είπε, γιατί τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, σε τελική ανάλυση).
Αλλά τί σημασία έχουν όλα αυτά. Στο τέλος, η διαφωνία μας με τον Αρανίτση της φαντασίας μου είναι μεθοδολογική: εκείνος προτιμά να σπρώχνει τον κόσμο προς την κατεύθυνση του αγνώστου, έτσι που οι παρυφές του να χώνονται ολοένα και περισσότερο στα σκοτεινά νερά του απόκρυφου, κι έπειτα, καθισμένος στο σύνορο, να τις ψηλαφίζει ψελλίζοντας συνομωτικά. Εγώ θα προτιμούσα να τραβάω τον κόσμο από το άγνωστο, ώστε ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια να αναδεικνύουν εκπεφρασμένα την ομορφιά τους, μια ομορφιά έκθετη στις άσεμνες προθέσεις όχι μόνο της δικής μου διάνοιας αλλά και όλων των άλλων. Να κάνουμε το αόρατο ορατό. Όχι το αντίστροφο.

Εκπεφρασμένο αλλιώς: εκείνος νοσταλγεί την “οσμή μοναξιάς μέσα στον παράδεισο”. Εγώ θα νοσταλγούσα το ακριβώς αντίθετο: την ανάμνηση μιας γήινης συλλογικότητας.

Διακοπές: ραντεβού τον Ιούνη

Saturday, April 29th, 2006

Επιστρέφοντας από ένα άκρως αποκαλυπτικό συνέδριο (που έλαβε χώρα στη γενέτειρα του Μπαχ, ένα χωριό στην πρώην Α. Γερμανία ονόματι Eisenach, σε ξενοδοχείο του οποίου πέρασα την εβδομάδα που πέρασε χωρίς ίντερνετ και χωρίς δυνατότητα εφέσεως), σας ενημερώνω (όλους εσάς, τους εκατοντάδες αναγνώστες μου) οτι αναχωρούμε αύριο για Σικελία, με τη γυναίκα [sic], τη μικρή και το αυτοκίνητο. Δεν προβέπεται να επιστρέψουμε πρίν το τέλος Μαϊου. Ως εκ τούτου, η ενημέρωση του παρόντος θα γίνεται αραιά και πού, και μόνο αν στην Σισίλια ευδοκιμούν τα ιντερνετ καφέ.

Αντιλαμβάνομαι πως φεύγω στη μέση ενός πολέμου (βλέπε το συνοπτικό ποστ του old boy, και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία, καθώς και αυτό το ποστ του George Le Nonce, όλα τα ποστς του bfo και ορισμένα του J95, όπως ας πούμε αυτό) στον οποίον θα ήθελα να συμμετάσχω ως άτακτος (παρ’ότι θα συμμετείχα τελικά ως τακτικός) αλλά δυστυχώς ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ. Το αυτόν ισχύει και για τα δυο τελευταία ποστ στο Ιστολόγιο ([1] και [2]). Ειδικά το [2] που αναφέρεται `στην ιστοριογραφία της επανάστασης του 1821 και στην εκλαϊκευμένη πρόσληψή της’ συνοψίζει κατά κάποιο τρόπο την αίσθηση που μου δημιουργεί η ανάγνωση του βιβλίου του Mazower, `Salonica, City of Ghosts’, η οποία μου αποκαλύπτει διαρκώς το πέπλο άγνοιας που μας έχει επιβληθεί γύρω από οτιδήποτε είναι σχετικό με τους Οθωμανούς και εμπλέκεται έστω και ακροθιγώς με τους κρατούντες μύθους του ’21.

Σε κάθε περίπτωση, όσοι ενδιαφέρονται για Σισιλιάνικες εμπειρίες, stay tuned. Οι υπόλοιποι (εκατοντάδες, επιμένω) ας παρηγορηθούν με τις φωτό του Θάνου στο anotherblog.net, ή ας περιμένουν ως τον Ιούνιο, οπόταν και υπόσχομαι βροχή από ποστ (στους ρυθμούς του ολντ μπόυ). Τα λέμε.

Ανακαλύψεις

Tuesday, April 18th, 2006

Αν οι επιστήμονες ανακαλύπτουν τους φυσικούς νόμους, αυτό που αποκαλούμε επιστημονική πρόοδο δεν είναι παρά μια (κβαντισμένη) διαδικασία κατοχύρωσης πνευματικής ιδιοκτησίας. Σχόλιο ανάξιο προσοχής: όζει Πλατωνισμού.

Επικίνδυνες συγχύσεις

Friday, March 10th, 2006

Μύθοι σαν το κρυφό σχολειό λειτουργούν με τουλάχιστον δύο μηχανισμούς: παραμορφώνουν την ιστορική πραγματικότητα καθιστώντας φυσιολογική τη δεσπόζουσα θέση ενός πόλου εξουσίας, βλέπε προηγούμενο ποστ. Αλλά, παράλληλα, μια τριτογενής νοηματοδότηση μας παραπέμπει στην παιδική μας ηλικία, στον ανθισμένο παράδεισο του δημοτικού, στην ξεχασμένη προ-ηβική θαλπωρή. Ο μύθος του κρυφού σχολειού είναι κι αυτός μια σημείωση.

Οι δυο λειτουργίες δεν πρέπει να συχγέονται. Το παράδοξο του να αποτάσσεται κανείς την πρώτη, ταυτόχρονα υποθάλπωντας τη δεύτερη είναι, νομίζω, κεντρικό χαρακτηριστικό της ψυχικής ανισορροπίας τμήματος του ελληνισμού. Η συναισθηματικά ορμώμενη αποδοχή, από την άλλη, του πρώτου μηχανισμού λόγω σύγχυσης με το δεύτερο, οδηγεί, δυστυχώς, στο αδιέξοδο του να είσαι Σαββόπουλος.

Ο Roland Barthes και το κρυφό σχολειό

Friday, March 10th, 2006

Το αν και κατά πόσο οι ιστορίες που μαθαίνουμε στο σχολείο σχετικά με το `κρυφό σχολειό’ αντιστοιχούν στην πραγματικότητα ανήκει προφανώς (εε, ίσως όχι τόσο προφανώς για μερικούς) στη δικαιοδοσία του ιστορικού. Ανεξάρτητα από το πραγματικό ή μη των σχετικών ισχυρισμών, το κρυφό σχολειό συνιστά αναμφίβολα παράδειγμα αυτού που αποκαλείται `μύθος’, με την έννοια οτι υπάρχει εντός του μια εμφανής υποσημείωση που παραμορφώνει τον ιστορικό ρόλο της Ορθόδοξης εκκλησίας προς συγκεκριμένη κατεύθυνση (αυτό ακόμα και αν ο ιστορικός `δικαίωνε’ την ορθόδοξη άποψη).
O Roland Barthes εξηγεί στις Μυθολογίες (εδώ μια εκτενής ανάλυση της συλλογής αυτής σημειωμάτων) οτι ένας μύθος είναι ένα σημειολογικό σύστημα στο οποίο υπάρχει δευτερογενής σημείωση. Υπάρχει πάντα ένα πρωτογενές σημειολογικό σύστημα, ένας συσχετισμός ανάμεσα σε μια έκφραση ή μια εικόνα και ένα πρωτογενές σημαινόμενο (που στην περίπτωσή μας είναι η διήγηση σχετικά με τους παππάδες που `επιμόρφωναν’ τον ελληνικό λαό). Αλλά υπάρχει και ένα δεύτερο επίπεδο όπου το πρωτογενές σημαινόμενο γίνεται δευτερογενές σημαίνον. Αυτό το δευτερογενές σημαίνον αποκαλείται (καταχρηστικά νομίζω) `φόρμα’. Το δευτερογενές σημαινόμενο είναι το `νόημα’ του μύθου. Στον μύθο του κρυφού σχολειού, ας πούμε, το κρυφό σχολειό λειτουργεί ώς φόρμα, ενώ το νόημα είναι η ορθοδοξία ως εγγυητής της εθνικής ταυτότητας.

Ο Barthes προχωρεί σε μια σειρά από παρατηρήσεις που νομίζω πως είναι απόλυτα χαρακτηριστικές του πώς λειτουργεί η σχετική διαδικάσια.

Το νόημα (η ορθοδοξία ως εγγυητής της εθνικής ταυτότητας) δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι κρυφό ή αφηρημένο. Είναι όμως συγκεχυμένο, φτιαγμένο από χαλαρές αναλογίες. Ο μύθος (του κρυφού σχολειού) δεν κρύβει τίποτα. Ο σκοπός του είναι να παραποιήσει (να μεταβάλλει την ισορροπία ανάμεσα στην εκκλησία και την εθνική συνείδηση προς την κατεύθυνση που εξυπηρετεί το νόημα του μύθου), όχι να απαλλοίψει.

Πρέπει να ισχύει μια προϋπάρχουσα αναλογία ανάμεσα στη φόρμα και στο νόημα. Αυτή η αναλογία είναι αποσπασματική, μερική. Η δευτερογενής σημείωση απορρίπτει πολλά από τα χαρακτηριστικά της φόρμας, και κρατάει κάποια συγκεκριμένα που εξυπηρετούν τη εγκαθίδρυση του νοήματος (ο ρόλος της εκκλησίας στην περίοδο της Τουρκοκρατίας παρουσιάζεται επιλεκτικά, η ενδεχόμενη ύπαρξη εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών υπερτονίζεται και διαστέλλεται, η σχετική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατωρίας δαιμονοποιείται κτλ.).

Ο μύθος αποσκοπεί στη δημιουργία μιας άμεσης εντύπωσης. Δεν έχει σημασία αν αργότερα σου επιτραπεί να διακρίνεις το μηχανισμό του: η δράση του υποτίθεται πως είναι ισχυρότερη από κάθε ορθολογική εξήγηση που θα μπορούσε αργότερα να τον διαψεύσει (καθόλου ενθαρυντικό για τον frog και τις φιλότιμες προσπάθειές του).

Ο μύθος μετατρέπει έναν ιστορικό ισχυρισμό (ανεξάρτητα από την αντιστοιχία του με την πραγματικότητα) σε φυσιολογικό συσχετισμό. Η αντιστοιχία μεταξύ φόρμας και νοήματος εμφανίζεται εντός του μύθου απόλυτα φυσιολογική και άρα πέρα από κάθε αμφισβήτηση (και συνεπώς η ταύτιση του εθνικισμού με την ορθοδοξία θεωρείται αυτονόητη, ενώ η υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας με την υπεράσπιση του θεσμικού ρόλου της εκκλησίας προωθείται από τους ίδιους φορείς πολιτικής).

Παρά τις λεπτές διαφορές, είναι νομίζω σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ μύθων, συμβόλων, προπαγάνδας και ιδεολογιών. Ίσως έτσι να καταφέρουμε να συμφωνήσουμε τουλάχιστον στο πώς τα πράγματα λειτουργούν!

Δουλειά του μυαλού

Saturday, February 18th, 2006

Απ’αυτές τις μια-δυο φράσεις πρέπει να κρίνεις αν σ’ενδιαφέρει το ποστ. Προλαβαίνεις, στο χρονομετρημένο σου διάλλειμα, να ασχοληθείς μ’αυτό το είδος ποίησης που εμφανίζεται με το πρόσωπο της πρόζας; Δεν προτιμάς κάτι από τον διπλανό στη δικιά σου ιδιόλεκτο; Κάτι γι’ αυτά που ξέρεις κι έχεις άποψη;

Ήταν ένα χειμωνιάτικο απόγευμα. Περπατούσα στην άκρη του ποταμού. Ξαφνικά παρατήρησα με τρόμο πως δεν είχα συναισθήματα. Το χρώμα του ουρανού, το σκούρο νερό που κυλούσε, ο θόρυβος των οχημάτων – αυτή η γυναίκα που πέρασε με τα ζωντανά χείλια: δεν ξυπνούσαν τίποτα μέσα μου. Έβλεπα θαυμάσια ποιές αισθήσεις θα είχα. Μπορούσα να τις περιγράψω στην εντέλεια, να τις εκφράσω και να συγκινήσω: δουλειά του μυαλού. Ο άνθρωπος ήταν απών. Θυμόμουν σε άλλες περιπτώσεις αυτή την κατάσταση της απουσίας. Σ’εκείνο το πορνείο λ.χ. όπου είχα αναγκαστεί να συνοδέψω – ζήτημα αλληλεγγύης – ένα φίλο. Όταν γυμνώθηκε το κορίτσι, το μόνο που μπόρεσα να της πώ ήταν “Mademoiselle, qu’ est-ce que vouz pensez de monsieur Mallarme?[*]” Μ’αποκρίθηκε σα να την είχα μπατσίσει “Eh, dites donc, vous etes venu ici pour vous foutre de moi”. Έπειτα, μέσα στην ψυχρή νύχτα, ένιωσα πολύ πρόστυχος.

Γ.Σεφέρης, Μέρες Β’

Μίνιμαλ αναλογία: ανατέμνοντας καθημερινά ένα μικρό έστω κλάσμα των ελληνικών ιστολογίων συναντάει κανείς τόσες επαναλαμβανόμενες λέξεις, τόσες αλλοιωμένες αντανακλάσεις των πέντε εφήμερων απόψεων γύρω απ’τα δυόμισυ επίκαιρα ζητήματα, τόσες παραγράφους αναμασημένου ορθολογισμού, που είναι σχεδόν βέβαιο οτι όλο αυτό το σύμπλεγμα δεν θα έπρεπε να υπάρχει παρά σαν διαρκής επιβεβαίωση οτι δεν είσαι απομονωμένος, σαν αντίδοτο στη μοναξιά. Σχεδόν κάθε ποστ σαν ένα χέρι που ακουμπάει στον ώμο σου.

Όλα αυτά είναι σχεδόν τετριμμένα. Το ενδιαφέρον είναι πως αυτή η πολύ ανθρώπινη παρουσία των χιλιάδων λέξεων, που δεν σημαίνουν, με εξαναγκάζει με ακρίβεια σ’αυτήν την κατάσταση χωρίς συναισθήματα, στην αποκλειστικότητα του εγκεφάλου.

Και σχεδόν πάντα, κάθε σχόλιο σε κάθε ποστ είναι μια παραλλαγή του “Mademoiselle, qu’ est-ce que vouz pensez de monsieur Mallarme?”

[*]“Δεσποινίς, πώς σας φαίνεται ο κύριος Μαλαρμέ;”