Τί ήταν εκείνο που κυρίως με ενόχλησε στο τελευταίο “Παράδοξο” του Ευγένιου Αρανίτση; Χωρίς αμφιβολία, εκσφενδονίστηκα στην αντίπερα όχθη εξ’αιτίας μιας φράσης που ξεκινάει “χωρίς αμφιβολία”:
Χωρίς αμφιβολία, αν κάτι διαρκεί κατά μήκος του χρόνου, είναι εκείνο που παραμένει αινιγματικό, εκείνο του οποίου την ισχυρή σημασία αδυνατούμε να συλλάβουμε.
Αυτή η εντελώς απρόκλητη επίκληση στο ασύλληπτο δεν θα έπρεπε να με πτοήσει. Όμως ακολουθεί η περιγραφή ενός στιγμιοτύπου από το παιδικό παρελθόν του συγγραφέα που γρήγορα απολαμβάνει τα προνόμια μιας ενόρασης. Η επιγραφή με κιμωλία πάνω σε μια πόρτα με τη λέξη “Ιούνιος”, το επίκεντρο του αινίγματος που θα παραμείνει ασύλληπτο, περιγράφεται διαδοχικά ως
- κάτι που υπνώτισε τον συγγραφέα, όπως ένα ξόρκι
- το σινιάλο μιας ανταρσίας που έβρισκε επιτέλους τον αποδέκτη του
- το σημάδι οτι κάποιοι θα επέστρεφαν σύντομα
- το ραντεβού, όχι τον Ιούνιο, αλλά μέ τον Ιούνιο
- η συνάντηση με το ατόφιο, αυθεντικό παρόν
- η “προσήλωση στο σημείο βρασμού των πραγματικών αντιθέσεων και ο συνακόλουθος δεσμός με τον ομφαλό ενός ονείρου που το ζούμε στην καρδιά του Ενεστώτα”.
- η άμεση, ανάγλυφη επικαιρότητα μιας ακαριαίας αποκάλυψης της αστραπής του Θεού.
- μαγική διάβαση προς οποιοδήποτε μέρος του κόσμου
- η 100η πύλη της εκατονταπυλιανής
- η πόρτα απ’όπου θα φύγουν δια παντός οι τουρίστες
Καθώς παρακολουθούσα το ξεδίπλωμα αυτής της ακολουθίας εξηγήσεων, ήρθε στο μυαλό μου ο Έκο (ο απατεώνας Έκο που πουλάει τα βιβλία του αποκαλύπτοντας μυστικά), και τα περί ερμηνείας και υπερ-ερμηνείας. Συνειδητοποίησα πως, αν και ο Αρανίτσης ίσως υπερ-ερμηνεύει την πόρτα του, ίσως κι εγώ υπερ-ερμηνεύω τις μυστικές του προσεγγίσεις: ένα ξόρκι, ένα σινιάλο, ένα σημάδι, ένα ραντεβού, μια συνάντηση με το παρόν, ένα όνειρο που βιώνεται (ποιό όνειρο;), μια αστραπή του Θεού, μια μαγική διάβαση, ένας θρύλος, μια πόρτα. Όλα αυτά σε προκαλούν να φανταστείς οτι υπάρχει ένα “επέκεινα” πίσω τους, μια πραγματικότητα που περιμένει να γίνει αντιληπτή. Αλλά αυτή η πραγματικότητα είναι, και θα παραμείνει, άρρητη, οριστικώς, στους αιώνες των αιώνων. Έτσι μας μένει μόνο να τη φανταστούμε, ο καθένας μόνος του, αυτήν την πραγματικότητα. Ή να φανταστούμε οτι τη φανταζόμαστε, και να μιλήσουμε γι’αυτήν σαν να την είχαμε φανταστεί στην εντέλεια, σαν να ήταν μια πραγματικότητα κοινή. Άρα, ενδεχομένως τα σύμβολα του Αρανίτση να έχουν αφεθεί επί τούτου κενά.
Οι αρχιερείς του ερμητισμού, της “μυστικής συνομιλίας των πραγμάτων”, επανοριοθετούν αδιάκοπα την επικράτεια του Αρρήτου. Εντός της βρίσκεται εδώ και χρόνια ο ουρανός και τα περισσότερα από τα θεμελιώδη στοιχεία που συνθέτουν τον κόσμο μας, η παιδική μας ηλικία και τα νεφελώδη μας όνειρα, η άκρη της θάλασσας και η αρχή του έρωτα, το εσωτερικό του κορμιού και τα μάτια. Ολοένα και περισσότερα όντα της δικής μου πραγματικότητας, όντα χειροπιαστά και απολύτως πραγματικά, μαθαίνω οτι προσχωρούν στο σύμφωνο του αδιαπραγμάτευτα απερίγραπτου, έξω από την εμβέλεια των ραντάρ. Ο Λόγος μετατρέπεται σε Μυστικό.
Όλα τα παραπάνω ενέχουν μια μη-αμεληταία δόση αδικίας – σίγουρα άδικη είναι η καταγραφή σε μια λίστα των θεμάτων ενός κειμένου του οποίου το νόημα δεν μπορεί παρά να προκύψει από τη συνολική ανάγνωσή του. Θα μπορούσα να βρώ πολλά για να υπερασπιστώ τον Αρανίτση της φαντασίας μου. Στο κάτω κάτω, το μόνο που προσπαθεί είναι να προσπελάσει αυτή την επιγραφή με τη λέξη Ιούνιος, να την περιτριγυρίσει ελικοειδώς με τη βοήθεια όλων αυτών των περιφράσεων, να ενσαρκώσει, έστω και ατελώς, την παιδική του ενόραση με απόκρυφες μεταφορές. Ίσως ο Ιούνιος να είναι μόνο η πρόφαση γύρω απ’την οποία περιδινίζονται οι νύξεις όσων είναι σημαντικά. Ή, ίσως, ο Αρανίτσης επανακαθορίζει διαρκώς τα σύνορα της ποιητικής του, τα ορόσημα της λογοτεχνικότητάς του. Αντιφάσκει (το αιωνίως ασύλληπτο γίνεται αντικείμενο μιας, έστω ασυμπτωτικής, προσέγγισης) αλλά η αντίφαση είναι εκφραστικό μέσο που επιτυγχάνει να καταδείξει σε δεύτερο επίπεδο το εγγενώς ασύγνωστο του υποκειμένου. Βεβαίως, τα προβλήματα αυτοκαθορισμού του (εκάστοτε) συγγραφέα είναι πάντα δευτερευούσης σημασίας μπροστά σε αυτό που λέγεται. Δεν είναι; Ίσως, τέλος, να ξιφουλκώ μονάχα με τον βολικό Αρανίτση της φαντασίας μου, ενώ ο πραγματικός Αρανίτσης ήθελε άλλα να πεί (αλλά δεν τα είπε, γιατί τίποτα δεν μπορεί να ειπωθεί, σε τελική ανάλυση).
Αλλά τί σημασία έχουν όλα αυτά. Στο τέλος, η διαφωνία μας με τον Αρανίτση της φαντασίας μου είναι μεθοδολογική: εκείνος προτιμά να σπρώχνει τον κόσμο προς την κατεύθυνση του αγνώστου, έτσι που οι παρυφές του να χώνονται ολοένα και περισσότερο στα σκοτεινά νερά του απόκρυφου, κι έπειτα, καθισμένος στο σύνορο, να τις ψηλαφίζει ψελλίζοντας συνομωτικά. Εγώ θα προτιμούσα να τραβάω τον κόσμο από το άγνωστο, ώστε ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια να αναδεικνύουν εκπεφρασμένα την ομορφιά τους, μια ομορφιά έκθετη στις άσεμνες προθέσεις όχι μόνο της δικής μου διάνοιας αλλά και όλων των άλλων. Να κάνουμε το αόρατο ορατό. Όχι το αντίστροφο.
Εκπεφρασμένο αλλιώς: εκείνος νοσταλγεί την “οσμή μοναξιάς μέσα στον παράδεισο”. Εγώ θα νοσταλγούσα το ακριβώς αντίθετο: την ανάμνηση μιας γήινης συλλογικότητας.