Αρχείο για την ενότητα ‘σινεμα’

Προσομοίωση πραγματικότητας

Wednesday, March 1st, 2006

Απ’την απέναντι μεριά του Μονάχου:

Everything here isn’t itself but a simulacrum of itself. We say house but we don’t live in houses, we live in places that resemble houses. We say Beirut but we aren’t really n Beirut, we’re in a semblance of Beirut. I say doctor but I’m not a doctor, I’m just pretending to be one. Even the camp itself – we say we’re in the Shatila camp, but after the War of the Camps and the destruction of eighty percent of Shatila’s houses, it’s no longer a camp, it’s just a semblance of a camp.

απ’το μυθιστόρημα “Gate of the Sun” του Elias Khoury (κριτική από το Nation και τους NYT) βασισμένο σε προσωπικές ιστορίες Παλαιστινίων που έζησαν την Nakba – την καταστροφή – του 1948 και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των προσφύγων στις γύρω Αραβικές χώρες.

Do you believe we can construct our country out of these ambiguous stories? And why do we have to construct it? People inherit their countries as they inherit their langiages. Why do we, pf all the peoples in the world, have to invent our country every day so everything isn’t lost and we find we’ve fallen into eternal sleep?

ΜΜΕ: Good night and good luck

Sunday, February 12th, 2006

Εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο για τον George Clooney, το Good Night and Good Luck περιστρέφεται γύρω από το μύθο της Αμερικάνικης δημοσιογραφίας Edward D. Murrow και τη σύγκρουσή του με τον γερουσιαστή McCarthy από το βήμα του CBS το 1954. Η ταινία περιέχει πολλά πραγματικά αποσπάσματα από ομιλίες του McCarthy, είναι γυρισμένη σε άσπρο-μαύρο αποκλειστικά στα στούντιο του CBS και το κλασσικό παρεπιδημούν μπαράκι (για τα δημοσιογραφικά ουίσκια) και δεν ξεπέφτει σε χολιγουντιανή προπαγάνδα εις βάρος του διαβόητου γερουσιαστή. Είναι προφανής η πρόθεση του Clooney να κάνει όσο το δυνατόν πιο έντονη την αναλογία του τότε με τη σημερινή κατάσταση στα Αμερικανικά ΜΜΕ (more…)

Last Days

Thursday, February 2nd, 2006

Μόλις είδα το Last Days του Gus van Sant. Η ταινία καθώς και όλοι οι συντελεστές της είναι για τον πούτσο*. Τέλος κριτικής.

* το making of, που ήταν σαφώς πιο ενδιαφέρον από την ίδια την ταινία, αποδεικνύει του λόγου το αληθές για τους συντελεστές που δεν εμφανίζονται μπροστά στην κάμερα. Όσοι έχουν δεί το trailer και όχι την ταινία βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση και πρέπει να επωφεληθούν: στην ταινία δε γίνεται *τίποτα* περισσότερο απ’ότι στο trailer. Δε με πιστεύετε, ε;

Match Point

Sunday, November 27th, 2005

Μια από τις καλύτερες ταινίες του Woody Allen, στημένη στο Λονδίνο και χωρίς να παίζει ο ίδιος. Πέρα από την εικαστική αρτιότητα της ταινίας και τα δυο τρία αναγνωρίσιμα Woody Allen μοτίβα, η ταινία είχε κάτι το συνταρακτικό να εκμυστηρευθεί: την απίστευτη σκληρότητα που απελευθερώνεται όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να είναι τόσο αφοπλιστικά ειλικρινείς με τον εαυτό τους και τον τρόπο με τον οποίο αυτή η σκληρότητα κινητοποιεί τους μηχανισμούς της τραγωδίας σε κόμβους, μάλιστα, του κοινωνικού ιστού που μπορούν να παρακάμψουν τους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς ελέγχου.

Παρεμπιπτόντως, η ταινία συνιστά ένα ακόμα υπόμνημα του Woody Allen στον κορμό της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, καθώς παραβιάζεται μια από τις καθολικότερες αρχές της (αλλά δε θα εξηγήσω ποιά, spoilers στα σχόλια ίσως…) .Δείτε τη και μετά διαβάστε και αυτή την ενδιαφέρουσα κριτική στο imdb (μ’αυτή τη σειρά, γιατί η κριτική περιγράφει το τέλος της ταινίας) που βρίσκει αναλογίες με το “κόκκινο και το μαύρο” του Σταντάλ

Αδελφοί Γκρίμ

Monday, October 31st, 2005

Παρά τις (κατά τη γνώμη μου) ασθενείς ερμηνείες και κάποιους αρκετά σχηματικούς χαρακτήρες (σε καμμία περίπτωση δεν εννοώ την Μόνικα Μπελούτσι) η τελευταία ταινία του Terry Gilliam σε μεταφέρει για δύο ώρες στην ηλικία πριν τη λογική, απ’όπου μπορείς αναπαυτικά καθισμένος να χαζέψεις τα όσα συμβαίνουν στον παγανιστικό κόσμο της γερμανικής δυσειδαιμονίας στα τέλη του 18ου αιώνα. Ισχυρότερη δόση αφέλειας απ’ότι θα ήθελα. Και ασθενέστερη δόση σουρρεαλισμού. Ο Βαρώνος Μυνχάουζεν ήταν καλύτερος (αλλά κι εγώ ήμουν τότε μικρότερος).

Σε όλα αυτά τα παραμύθια υπάρχει κάτι αναμφίβολα παιδικό: η (ανεκπλήρωτη) επιθυμία να εκλογικευθεί ο φόβος με τον οπλισμό των μεγάλων. Και, περιέργως, αυτή η επιθυμία να εκλογικευθεί ο φόβος είναι που παράγει τον ανεπανάληπτα χυμώδη αυτόν παραλογισμό.

9 songs

Monday, October 17th, 2005

Η τελευταία ταινία του Winterbotom που έκανε τόσο θόρυβο εξ’αιτίας των απροκάλυπτων ερωτικών της σκηνών. Πρόκειται για ένα πείραμα: είναι δυνατόν να περιγράψει κανείς μια ερωτική ιστορία χωρίς καμμία αναφορά σε γεγονότα, καμμία αφηγηματική πλοκή, δίνοντας μόνο τις ερωτικές σκηνές όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται;

Η ταινία δεν έχει καμμία σχέση με την πορνογραφία[1] – ο σκοπός του σκηνοθέτη προφανώς δεν είναι να διεγείρει σεξουαλικά το θεατή, αλλιώς θα είχε διαλέξει πιο σεξυ πρωταγωνίστρια. Από την άλλη είναι αφόρητα βαρετή. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κάνεις ταινία χωρίς αφήγηση (ή τουλάχιστον με τόσο χαλαρή αφήγηση) και ο Winterbotom δεν είναι απ’ότι φαίνεται τόσο καλός σκηνοθέτης.

[1]και δεν καταλαβαίνω γιατί διαφωνούν στου Old Boy.

Blow Up

Wednesday, August 3rd, 2005

Η ταινία του Αντονιόνι που βασίζεται στο διήγημα του Κορτάσαρ με τίτλο “τα Σάλια του Διαβόλου”. Καταπληκτικά πλάνα. Μια θεμελιώδης ερώτηση (τί είναι πραγματικότητα και πόσο από αυτό είναι επικοινωνήσιμο). Μια δευτερεύουσσα ερώτηση (τί ακριβώς κάνει μια φωτογραφική μηχανή). Σε δεύτερο πλάνο τα 60′s και ένα πλήθος από γοητευτικά αντικείμενα (και πλάσματα).

Το διήγημα του Κορτάσαρ είναι στημένο αλλιώς και οι ομοιότητες είναι φαινομενικά ελάχιστες. Ίσως οι διαφορές τους μπορούν να ορίσουν τον κινηματογράφο δι αντιδιαστολής προς την λογοτεχνία. Κι όμως υπάρχει κάτι κοινό.