Το πρώτο βιβλίο που διάβασα μετά την εγκατάστασή μας στο εξωτικό, από κάθε άποψη νησί Ουά(χ)ου, στη Χαβάι, (και ενώ έχω βρεθεί αντιμέτωπος με μια μεταλλαγμένη έκδοση της Αμερικάνικης κουλτούρας σε ένα νησί που ανήκει, σου υπενθυμίζεται με κάθε τρόπο, στην Ασία), είναι το “Να έχεις και να μην έχεις” του Χέμινγουεϊ. Γεμάτο από σφαίρες, αίμα, καταπίεση και χαμένα κορμιά, αλλά στην Καραϊβική, όχι στη μέση του Ειρηνικού.
Κι ενώ το κείμενο δεν αφορά ουσιαστικά τους κατοίκους του νησιού, μου δίνει την αίσθηση οτι τώρα καταλαβαίνω ελαφρώς καλύτερα το υποβαθμισμένο, τουλάχιστον*, κομμάτι του πληθυσμού. Ίσως γιατί η γεννεσιουργός αιτία τις υποβάθμισης είναι η ίδια και στους δύο ωκεανούς: μια βαθειά και ουσιώδης διαταραχή που διατρέχει την Αμερικανική κουλτούρα.
Some made the long drop from the appartment or the office window; some took it quietly in two-car garages with the motor running; some used the native tradition of the Colt or Smith and Wesson; those well-constructed implements that end insomnia, terminate remorse, cure cancer, avoid bankruptcy, and blast an exit from intolerable positions by the pressure of a finger; those admirable American instruments so easily carried, so sure of effect, so well designed to end the American dream when it becomes a nightmare, their only drawback the mess they leave for relatives to clean up.
The men he broke made all these various exits but that never worried him. Somebody has to lose and only suckers worried.
To Have and Have not, E.Hemingway
Η προσαρμογή μας στον παράδεισο της άλλης άκρης του κόσμου δεν περιλαμβάνει μόνο ύπτιες ασκήσεις στις ομολογουμένως εκθαμβωτικές παραλίες. Περιλαμβάνει και τη συμβίωση με τις συνέπειες σε ολόκληρη την κλίμακα από το μικροσκοπικό μέχρι το μνημειώδες του somebody has to loose and only suckers worry.
*Αλλά και, εξ αντανακλάσεως, το παρελαύνον κομμάτι του πληθυσμού: τις ορδές των τουριστών που καταφθάνουν προσμένοντας να συναντούν τον παράδεισο.