Αρχείο για την ενότητα ‘αστικα σημειωματα’

Ξαφνική σκέψη απύθμενου βάθους.

Thursday, March 4th, 2010

Το να διαχωρίσουμε τον εαυτό μας απ’τον κόσμο, τα προσωπικά μας επιτεύγματα απ’αυτά των “δασκάλων” μας,το να διακρίνουμε τα σύνορα του εγώ με το υπόλοιπο του σύμπαντος, το να αντιληφθούμε το βαθμό στον οποίο απλώς αναμασάμε τα ήδη γνωστά, τα ήδη, από τη σκοπιά κάποιων άλλων, τετριμμένα, είναι μια επώδυνη διαδικασία που ξεκινά απ’τη στιγμή της γέννησης και δε σταματάει ποτέ.

Δε νομίζω οτι σχετίζεται άμεσα, αλλά μόλις διάβασα το άρθρο του Παπαγιώργη για το “Ενάντια στη μέρα” του Πύντσον.

Η επανάσταση και η μάνα.

Thursday, November 19th, 2009

Η περιβόητη κεφαλιά του Zidane στο παγκόσμιο του 2006, αποτελεί μνημείο, κατά τη γνώμη μου, του ανθρώπινου προσώπου του πρωταθλητισμού (και του fair play υπό ορισμένη οπτική γωνία) επειδή καταδεικνύει πως όσο μεγάλες κι αν είναι οι προσωπικές και συλλογικές φιλοδοξίες σε ένα ματς τόσο ιστορικής σημασίας όσο ο τελικός ενός παγκοσμίου κυπέλλου, υπάρχει πάντα ένας σκληρός πυρήνας αξιοπρέπειας που ο ανθρωποαθλητής είναι διατεθιμένος, έστω και ενστικτωδώς, να υπερασπίσει με κάθε κόστος, ακόμα και πέρα από το δεσπόζον πλαίσιο της νίκης και της ήττας. Ένας άλλος Γάλλος με Αλγερινή καταγωγή έχει ξαναθέσει το ίδιο ζήτημα όχι μέσα στο πλαίσιο του ποδοσφαίρου, αλλά μέσα σ’αυτό της επανάστασης, όπου η ανάγκη της νίκης είναι ακόμα πιο επιτακτική. Όταν ρώτησαν τον Αλμπέρ Καμύ αν πρόκειται να υποστηρίξει το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Αλγερίας έκανε (με μεγάλη καθυστέρηση) την ιστορική δήλωση (που του στέρησε αργότερα κάθε λογής κομματική ταυτότητα):

Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στην επανάσταση και στη μάνα μου, θα διάλεγα τη μάνα μου

Σημ.: όλα αυτά τα θυμήθηκα ξανά εξαιτίας ενός ιερόσυλου σχόλιου από τον Kensai στο buzz.

On beauty

Thursday, November 19th, 2009

Umberto Eco says at the “History of Beauty“:

The thirsty person who, having found a spring, rushes to drink, does not contemplate its Beauty. He or she may do so afterward, once the thirst has been slaked. This explains why the sense of Beauty differs from desire. We can consider human beings to be most beautiful, even though we may not desire them sexually, or if we know that they can never be ours. But if we desire a human being (who might also be ugly) and yet cannot have the kind of relationship we desire with him or her, then we suffer.

James Blunt says, at “You ‘re beautiful“:

You’re beautiful. You’re beautiful.
You’re beautiful, it’s true.
I saw your face in a crowded place,
And I don’t know what to do,
‘Cause I’ll never be with you.

Μικρά νυχτερινά φληναφήματα.

Thursday, August 20th, 2009

Τις τελευταίες μέρες στη Ζυρίχη έχει καταραμένη ζέστη. Οι μύγες έχουν παχύνει και πολλαπλασιαστεί ανυσηχητικά. Τις νύχτες, όπως τώρα, που τα παιδιά κοιμούνται, το μόνο δροσερό μέρος του σπιτιού είναι το μπαλκόνι. Από κει, ξαπλωμένος στην αιώρα (απομεινάρι ένδοξων απογευμάτων σε χαβανέζικες παραλίες) μπορώ μόλις και μετά βίας να δω την μεγάλη άρκτο καθώς και τον Αρκτούρο να λάμπει πάνω απ’τη στέγη του γείτονα. Ο γείτονας – μας χωρίζουν δυο μεγάλα κωνοφόρα και λίγα μέτρα γρασίδι – σφυρίζει νυχτιάτικα στα ελβετικά και σέρνει τις σαγιονάρες του στο τσιμέντο της αυλής του. Το ένα κωνοφόρο φωτίζεται πλαγίως από την παλλόμενη τηλεόραση του από κάτω. Από πάνω του ακριβώς λάμπει η μεγάλη άρκτος και χαζεύοντάς την σημειώνω δύο σκέψεις που άναψαν αυτόματα. Η μια είναι ανατριχιαστική αν και απολύτως κοινότυπη: Την ίδια εικόνα της μεγάλης άρκτου (και ίσως σε συνδυασμό με τη σκιά ενός πεύκου) τη μοιράζομαι πιθανώς με εσένα που ζείς χιλιόμετρα μακριά, κι αν τη μοιράζομαι με εσένα πάει να πεί πως τη μοιράζομαι με την ανθρωπότητα, το ανθρώπινο γένος αυτοπροσώπως. Η δεύτερη σκέψη είναι λιγότερο κοινότυπη: αντίθετα με τον ποιητή, δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, κι εκείνα που δεν έχω διαβάσει και που δεν θα διαβαστούν ποτέ μιλούν με παρησία για τον άνθρωπο και τις χίλιες διαφορετικές εκδοχές του, δηλαδή για εσένα, πάει να πεί για την ανθρωπότητα, το ανθρώπινο γένος αυτοπροσώπως. Χάρη στην αγχολυτική γλυκήτητα της νύχτας αυτή η σκέψη δε με ενοχλεί καθόλου, από την άλλη όμως δύσκολα να αρνηθεί κανείς οτι το να πηγαίνεις για καφέ ενώ θα μπορούσες να διαβάσεις Καμύ ή Πούσκιν είναι ένα είδος πνευματικής αυτοκτονίας σε δόσεις.

Ο Λάκης, φίλος του πατέρα, που έχει στην κατοχή του τηλεσκόπιο εγκατεστημένο στο εξοχικό του στο(ν) Τυρό, λέει οτι δίπλα σε ένα από τα αστέρια της μεγάλης άρκτου υπάρχει ένα άλλο μικρό και σχεδόν αδιόρατο με γυμνό μάτι και οτι αν μπορείς να το διακρίνεις σημαίνει οτι έχεις καλή όραση. Εγώ πάλι, που βλέπω ένα δεύτερο δίπλα στο μεσαίο της ουράς και δεν έχω ιδιαίτερα καλή όραση, νομίζω οτι υπερβάλλει κάπως.

Την ίδια μεγάλη άρκτο αλλά κάπως χαμηλότερα χαζεύαμε και πριν μια βδομάδα, σε βόρεια παραλία της Κέρκυρας, συνήθως τρώγοντας παγωτό και κοιτάζοντας τις Αλβανικές οροσειρές απέναντι, πάνω από τις οποίες ξεσπούσαν σχεδόν κάθε νύχτα καταιγίδες. Τα φωτάκια από το Σαράντε (που εμείς αποκαλούμε Άγιοι Σαράντα) μόλις που διακρίνονταν ενώ αντίθετα τα φέρρυς για Ανκόνα και Μπάρι διέπλεαν τα στενά αργά αλλά ευδιάκριτα. Ωραίο μέρος η Κέρκυρα, γεμάτο ελιές και κυπαρίσσια. Το κακό είναι οτι περιβάλλεται από την Corfu και μόνο σε ορισμένα σημεία σχεδόν απροσπέλαστα ακόμα από τις ταξιαρχίες των ξενοδόχων, η Κέρκυρα συναντάει τη θάλασσα. Στην Corfu υπάρχει και η πόλη της Corfu, καταμεσίς της οποίας βρίσκεται το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης (ω, ναι), όπου η Κιάρα είδε για πρώτη φορά σπαθί Σαμουράι από κοντά.

Έχω να γράψω κι άλλα αλλά πρέπει τώρα να αποσυρθώ: πολλά κουνούπια εμφανίστηκαν και μου πίνουνε το αίμα, ένεκα η καταραμένη ζέστη που κάνει αυτές τις μέρες στη Ζυρίχη.

Δυο στιγμιότυπα απ’το midwest

Sunday, May 10th, 2009
  1. Βρισκόμαστε στο Μάντισον, Ουισκόνσιν, καταμεσίς του διαρκούς σαματά της State street και είναι Κυριακή μεσημέρι με κρύο και λιακάδα, δηλαδή ότι πρέπει για να μπορείς να κάτσεις στον ήλιο με πουλοβεράκι χωρίς να ζεσταίνεσαι αλλά ούτε και να κρυώνεις. Σε ένα πετρινο σιδερένιο παγκάκι μια νέα κοπέλα όχι ιδιαίτερα όμορφη ούτε ιδιαίτερα καλοντυμένη, με κοντά μαύρα μαλλιά και ξασμένα ρούχα κάθεται σταυροπόδι και κοιτάζει ευθεία μπροστά της (προφανώς προς τις πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου), ακίνητη σαν φωτογραφία. Με τη διαφορά οτι ο βόρειος ψυχρός άνεμος κάνει το τσουλούφι της να κυματίζει σα κοντοκομμένη σημαία και οτι το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλά της συνεχίζει να αναλίσκεται καιόμενο, ίσως ακριβώς όπως τα στριμωγμένα της όνειρα – αλλά αυτά είναι αστήρικτες εικασίες, αφού απ’το ύφος της και μονο είναι αδύνατο να συμπεράνεις αν σκέφτεται το πάντα δυσοίωνο μέλλον ή αν απλώς πρoσπαθεί να συνέλθει μετά από ένα πρωινό ασυνήθιστα έντονης δυσπεψίας.
  2. To Μάντισον φτιάχτηκε για να ταλαντώνεται αιωνίως ανάμεσα στις δυο του λίμνες, ή αλλιώς, ανάμεσα στο Καπιτώλιο και το πανεπιστήμιο. Λίγα τετράγωνα πιο κει απ’τον άξονα αυτής της ταλάντωσης, την State street, η άσφαλτος της κατηφορικής οδού N.Frances βυθίζεται στα νερά της λίμνης Μεντότα. Απ’το τέρμα του δρόμου μπορείς να δείς τα μικρά ιστιοπλοϊκά να κινούνται ασταμάτητα στο καφεπράσινο της λίμνης. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου, ενός δρόμου ανθισμένου και ηλιόλουστου, βρίσκονται σπίτια ανομοιογενή και ελαφρώς παραμελημένα, με ξύλινες σκάλες και σκεπαστές βεράντες. Λέσχες και στέκια της μιας ή της άλλης φοιτητικής αδελφότητας απ’αυτές που το όνομά τους αποτελείται αποκλειστικά από κεφαλαία γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Νέοι αμερικάνοι φοιτητές και φοιτήτριες εμφανίζονται και εξαφανίζονται πίσω από πόρτες με αλλοπρόσαλλα χρώματα. Ένα απ’αυτά τα σπίτια έχει παράθυρα ανοιχτά αλλά καλυμένα με σκούρες σίτες, κι από μέσα ακούγονται κοριτσίστικες ευτυχισμένες φωνές φέρουσες την χαρακτηριστική μεσοδυτική τοπολαλιά. Κάτω απ’τα παράθυρα, κατά μήκος ολόκληρης της πρόσοψης, σε μενεξεδί φόντο είναι γραμμένη με καλλιγραφικούς χαρακτήρες στο χρώμα του χαλκού, η επιγραφή “If I can’t dance, I don’t want to be part of your revolution”.

Ανώφελες ερωτήσεις διαβάζοντας το NYT sunday book review.

Saturday, April 4th, 2009

Στην κυριακάτικη λογοτεχνική επιθεώρηση των NYT ο Jim Holt επιχειρηματολογεί υπέρ της αποστήθισης ποιημάτων. Καθημερινή πρακτική που στη ζωή του υποκαθιστά τη λειτουργία ενός ipod, η απομνημόνευση είναι μια διαδικασία που ξεκινά σχεδόν μηχανικά, ισχυρίζεται: καταπίνοντας ένα-δυο καινούριους στίχους κάθε μέρα. Αναρωτιέμαι αν θα είχα ποτέ την πειθαρχία πoυ χρειάζεται για κάτι τέτοιο. Αναρωτιέμαι αν θα βελτίωνε τις ανεκδιήγητα κακές επιδόσεις μου στην απομνημόνευση του οτιδήποτε (O Holt λέει πως είναι αμφίβολο – η αποστήθιση ποιημάτων φαίνεται πως σε κάνει καλύτερο στην αποστήθιση ποιημάτων, κι αυτό είναι όλο). Αναρωτιέμαι, ως Έλλην του εξωτερικού, αν θα βοηθούσε στην διάσωση της μητρικής μου γλώσσας ή στη διατήρησή της σε ανεκτά επίπεδα. Αναρωτιέμαι αν θα βελτίωνε την προβληματική μου άρθρωση. Ένα είναι σίγουρο: αν είχα την επιμονή να το καλλιεργήσω, θα το διασκέδαζα αφάνταστα.

Παρακάτω, ο Joseph O’Neill, συγγραφέας του Netherlands που περιμένει στη διαρκώς αυξανόμενη στοίβα βιβλίων μου να διαβαστεί, γράφει για τις επιστολές του Μπέκετ που δημοσιεύονται για πρώτη φορά (δεν λείπει και η απαραίτητα νευρώδης και απαραίτητα ασπρόμαυρη φωτογραφία του θείου Σάμουελ). Επιστολές προς τον Joyce π.χ., σχετικά με τη χρήση διαφορετικών γραμματικών τύπων στην Ελληνικήν, επιστολές που έγραψε σε διάφορες γλώσσες σε μια δύστοκή και δύσκολη περίοδο της ζωής του (και πολυτάραχη περίοδο στην Ευρώπη γενικώς). Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι ένα από τα χιλιάδες εκείνα βιβλία που δεν θα διαβάσω ποτέ λόγω έλλειψης χρόνου. Δεν μπορεί όλοι οι άνθρωποι να έχουν χρόνο για όλα τα βιβλία. Οι ιδιωτικές επιστολές του Μπέκετ σίγουρα διαβάζονται από ανθρώπους που έχουν τουλάχιστον διαβάσει πρωτύτερα ένα βιβλίο του Μπέκετ από εκείνα που ο ίδιος έγραψε με σκοπό να διαβαστούν. Κάτι με σπρώχνει παρ’όλα αυτά να το παραγγείλω. Αγοράζοντάς το, όμως, αναρωτιέμαι, δεν εξαγοράζω το δικαίωμα να αναβάλλω επ’αόριστω την ανάγνωσή του; Ο old boy ή ο Μπόρχες σίγουρα θα έχουν γράψει κάτι σχετικό.

Σημαίνουν όλα αυτά πως είμαι posh, όπως ισχυρίζεται σε κάθε ευκαιρία η Heleen; Τί θα έλεγε ο Irvin Yalom, αναρωτιέμαι;

Pound

Wednesday, July 30th, 2008

Το γεγονός οτι ο Ezra Pound υπήρξε και έγραψε θέτει αυτόματα, στη συνείδησή μου, ίσως τον πιο δυσεπίλυτο γρίφο σε σχέση με την λογοτεχνία και την προσληψή της. Εξηγούμαι:

“It took you ninety-seven words to do it,” Pound is reported to have remarked to a young literary aspirant who had handed him a new poem. “I find it could have been managed in fifty-six.” He claimed that his best-known short poem, “In a Station of the Metro,” took a year and a half to write, and that he had cut it down from thirty lines:

The apparition of these faces in the crowd;
Petals on a wet, black bough.

[...] It’s important to recognize, though, that the subject of the poem is not “these faces”; the subject is “the apparition.” (Otherwise, the first three words would be superfluous, subject to the Imagist razor.) The faces are not what matters. What matters is the impression they make in the mind of a poet. That is where the work of association takes place. This is what poets do: they connect an everyday x with an unexpected y. “Apparition” also reminds us [...] that the poem takes place under the ground: the people are experienced as ghosts, the subway as a visit to the underworld.

από το άρθρο του Louis Menand “The Pound Error” στο New Yorker.

Ας σημειωθεί, τώρα, οτι ο Pound ήταν φασίστας μέχρι το κόκκαλο. Όχι απλός φασίστας, αλλά στρατευμένος φασίστας, με φασιστικούς χαιρετισμούς, αντισημιτικά κηρύγματα και με το καλύτερό του ποίημα μια ελεγεία στον αδικοχαμένο Μουσσολίνι! Ταυτόχρονα υπήρξε φίλος του Duchamp, του Tzara, του Hemingway.

Το να απορρίψει κανείς την ποίηση του Pound ως προϊόν της φασιστικής σκέψης μου φαίνεται υπερβολικά δύσκαμπτο. Τότε, μόνο και μόνο για λόγους συνέπειας, θα έπρεπε να απορρίψει ολόκληρη την στρατευμένη τέχνη και τη μισή και πλέον λογοτεχνική παραγωγή.

Από την άλλη πώς να συμβιώσεις με τους στίχους του Pound χωρίς την εκπεφρασμένη φασιστική ιδεολογία του, πως να απομονώσεις το ποίημα από τον ποιητή; Χωρίς να παραδοθείς, πάει να πεί, αμαχητί στον υπερβολικά ασύνδετο κόσμο του μεταμοντερνισμού όπου φόρμα και περιεχόμενο, λέξεις και νόημα, ποίημα και πρόθεση του ποιητή ζουν ζωές ανεξάρτητες και η σχέση μεταξύ τους μοιάζει χαλαρή και νεφελώδης.

“The Pisan Cantos,” which Pound composed in the Army Disciplinary Training Center, at a time when he had every expectation of being executed, is, formally, an elegy occasioned by the death of Mussolini at the hands of Italian partisans.

Ben and la Clara a Milano / by the heels at Milano.

Πρωϊνές νότες

Wednesday, June 25th, 2008

Μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης \"Επαναστατικές Πιπίλες\" διαμαρτύρεται ακτιβιστικά για την φωτοαπαγόρευση που μεθοδεύεται στα λόμπις των Βρυξελλών. Κατεβαίνοντας την κατηφορική κατηφόρα του λόφου του άη λούη ακούω το autumn leaves* και σ’αυτό ακριβώς το σημείο ανατριχιάζω από συγκίνηση. Ο συγκινητογράφος μπαίνει αμέσως σε λειτουργία και τα αίτια εντοπίζονται με ακρίβεια: παρ’όλο που ο Davis, ο Blakey, ο Adderley, o Jones κι ο Jones έπαιξαν αυτό που ακούω κλεισμένοι στο στούντιο της Blue Note μια πιθανότατα βροχερή ανοιξιάτικη μέρα στο New Jersey του 1958, οι ίδιοι ήχοι λειτουργούν εξίσου καλά αυτό το ηλιόλουστο καλοκαιρινό πρωινό στη Χονολουλού του 2008** και είναι σαν να τη βλέπεις την τρομπέτα να βαδίζει δίπλα σου και να σου εξηγεί, σε χρόνο παραμετροποιημένο από το μπάσο και τα drums, πώς και γιατί ο ωκεανός (που απλώνεται με τρόπο σχεδόν φυσικό πέρα από τους ουρανοξύστες), πώς και γιατί η κατηφόρα, στην άσφαλτο της οποίας μπορείς να δείς ένα λιωμένο μικροσκοπικό πουλί, πώς και γιατί ένα παρόμοιο πουλί αλλά με κόκκινο λοφίο φιλοξενείται και σήμερα πάνω στα κατηφορικά σύρματα της ΔΕΗ Χονολουλού, κλπ. κλπ. Και όλα αυτά χωρίς κανείς από τους συντελεστές του autumn leaves να έχει απαραίτητα δεί τον ωκεανό από το λόφο του άη λούη, ή τον οποιονδήποτε ωκεανό, φορ γουάτ μάτερς. Και όλα αυτά χωρίς να είναι φθινόπωρο ή άνοιξη του 2008! Χωρίς να βρέχει! Αντί για βροχές παραλίες*.

*να σημειωθεί οτι για τη μικρή αυτή δόση πρωινής ομφαλοσκόπησης χρειάστηκε να συνδυαστεί ένα ipod touch, δυο γκρικ μπλόγκερς (ο thas έβαλε το ψωμί και ο old boy τη μαρμελάδα), δυο τουλάχιστον υπολογιστές και ένα αυτοκίνητο για το μικροσκοπικό πτώμα. Χωρίς τεχνολογία δεν μπορούμε ούτε να κλάσουμε πλέον***.

**ο αριθμολάγνος αναγνώστης κάπου εδώ διεγείρεται.

*** αναδραστική υποσημείωση*.

[*]Φωτό: μέλος της εξτρεμιστικής οργάνωσης “Επαναστατικές Πιπίλες” διαμαρτύρεται ακτιβιστικά για την φωτοαπαγόρευση που μεθοδεύεται στα λόμπις των Βρυξελλών.

logical extension

Wednesday, June 11th, 2008

Von Clausewitz said that war is the logical extension of diplomacy. Verdoux feels that murder is the logical extension of business

Charlie Chaplin, interviewed for his 1947 film Monsieur Verdoux (via NYT)

Pablito

Monday, May 26th, 2008

Μόλις που προλαβαίνω να ξεμυτίσω από την βαθειά οικογένεια για να σας ανακοινώσω οτι ναι, γεννήσαμε: το νέο μέλος του συλλόγου lazopolis είναι ο και λέγεται Παύλος Κεκόα lazopolis-Derveaux. 51 πόντους, τριάμιση κιλά και απαιτητικός. Μετά από ένα βαθύ σαβατοκυριακοδεύτερο με λίγο ύπνο τα πατρικά μου αισθήματα είναι κάπως υποτονικά – ελπίζω όμως σε γρήγορη ανάκαμψη.

Παύλος που χασμουριέταιΞαπλωμένος σε μια πτυσσόμενη πολυθρόνα την πρώτη νύχτα στο Μαιευτήριο είχα σχεδιάσει ένα ποστ με κάπως πιο ενθουσιωδώς φιλοσοφικές αποχρώσεις. Τώρα, αρτίως προσγειωμένος στην πραγματικότητα, έχω μόνο να πώ πως στο σημείο εκκίνησης της ζωής βρίσκεσαι μισοπασαλειμένος με πρασινωπά σκατά, παρατημένος ανάσκελα χωρίς δυνατότητα εφέσεως, να ψάχνεις με απελπισμένες κινήσεις το βυζί της μαμάς καθώς μια νοσοκόμα μετράει αδιάφορα την διάμετρο του κρανίου σου. Το πρώτο σου μέλημα είναι το φαί και το τελευταίο το χέσιμο (καθόλου τετριμμένη διαδικασία). Ανάμεσα στις συνεδρίες και για λίγες μόνο στιγμές περνούν μπροστά απ’τα μάτια σου διάφορες κινούμενες σκιές που πότε πότε σ’ακουμπάνε με έναν τρόπο που σε κάνει να γουργουρίζεις ευχαριστημένος.

Για μας τους ενήλικους, βέβαια, ο κόσμος είναι κάπως λιγότερο εύκολος από έναν απλό παλμό. Κι έτσι προσπαθούμε, εδώ, να απορροφήσουμε την παρουσία ενός μωρού (φρέσκια σάρκα που τη ζουλάς και κάνει πως γελάει) αποκαθιστώντας σιγά σιγά τις ισορροπίες ή ανακαλύπτοντας καινούριες (ισορροπίες που δεν φανταζόμασταν οτι υπήρχαν) και συνειδητοποιώντας οτι η όποια εμπειρία μας από το πρώτο μας μωρό θα είναι εν μέρει άχρηστη: το κοντέρ έχει μηδενίσει και θ’αρχίσει να γράφει αλλιώς.