Μικρά νυχτερινά φληναφήματα.

20th Aug 2009

Τις τελευταίες μέρες στη Ζυρίχη έχει καταραμένη ζέστη. Οι μύγες έχουν παχύνει και πολλαπλασιαστεί ανυσηχητικά. Τις νύχτες, όπως τώρα, που τα παιδιά κοιμούνται, το μόνο δροσερό μέρος του σπιτιού είναι το μπαλκόνι. Από κει, ξαπλωμένος στην αιώρα (απομεινάρι ένδοξων απογευμάτων σε χαβανέζικες παραλίες) μπορώ μόλις και μετά βίας να δω την μεγάλη άρκτο καθώς και τον Αρκτούρο να λάμπει πάνω απ’τη στέγη του γείτονα. Ο γείτονας – μας χωρίζουν δυο μεγάλα κωνοφόρα και λίγα μέτρα γρασίδι – σφυρίζει νυχτιάτικα στα ελβετικά και σέρνει τις σαγιονάρες του στο τσιμέντο της αυλής του. Το ένα κωνοφόρο φωτίζεται πλαγίως από την παλλόμενη τηλεόραση του από κάτω. Από πάνω του ακριβώς λάμπει η μεγάλη άρκτος και χαζεύοντάς την σημειώνω δύο σκέψεις που άναψαν αυτόματα. Η μια είναι ανατριχιαστική αν και απολύτως κοινότυπη: Την ίδια εικόνα της μεγάλης άρκτου (και ίσως σε συνδυασμό με τη σκιά ενός πεύκου) τη μοιράζομαι πιθανώς με εσένα που ζείς χιλιόμετρα μακριά, κι αν τη μοιράζομαι με εσένα πάει να πεί πως τη μοιράζομαι με την ανθρωπότητα, το ανθρώπινο γένος αυτοπροσώπως. Η δεύτερη σκέψη είναι λιγότερο κοινότυπη: αντίθετα με τον ποιητή, δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, κι εκείνα που δεν έχω διαβάσει και που δεν θα διαβαστούν ποτέ μιλούν με παρησία για τον άνθρωπο και τις χίλιες διαφορετικές εκδοχές του, δηλαδή για εσένα, πάει να πεί για την ανθρωπότητα, το ανθρώπινο γένος αυτοπροσώπως. Χάρη στην αγχολυτική γλυκήτητα της νύχτας αυτή η σκέψη δε με ενοχλεί καθόλου, από την άλλη όμως δύσκολα να αρνηθεί κανείς οτι το να πηγαίνεις για καφέ ενώ θα μπορούσες να διαβάσεις Καμύ ή Πούσκιν είναι ένα είδος πνευματικής αυτοκτονίας σε δόσεις.

Ο Λάκης, φίλος του πατέρα, που έχει στην κατοχή του τηλεσκόπιο εγκατεστημένο στο εξοχικό του στο(ν) Τυρό, λέει οτι δίπλα σε ένα από τα αστέρια της μεγάλης άρκτου υπάρχει ένα άλλο μικρό και σχεδόν αδιόρατο με γυμνό μάτι και οτι αν μπορείς να το διακρίνεις σημαίνει οτι έχεις καλή όραση. Εγώ πάλι, που βλέπω ένα δεύτερο δίπλα στο μεσαίο της ουράς και δεν έχω ιδιαίτερα καλή όραση, νομίζω οτι υπερβάλλει κάπως.

Την ίδια μεγάλη άρκτο αλλά κάπως χαμηλότερα χαζεύαμε και πριν μια βδομάδα, σε βόρεια παραλία της Κέρκυρας, συνήθως τρώγοντας παγωτό και κοιτάζοντας τις Αλβανικές οροσειρές απέναντι, πάνω από τις οποίες ξεσπούσαν σχεδόν κάθε νύχτα καταιγίδες. Τα φωτάκια από το Σαράντε (που εμείς αποκαλούμε Άγιοι Σαράντα) μόλις που διακρίνονταν ενώ αντίθετα τα φέρρυς για Ανκόνα και Μπάρι διέπλεαν τα στενά αργά αλλά ευδιάκριτα. Ωραίο μέρος η Κέρκυρα, γεμάτο ελιές και κυπαρίσσια. Το κακό είναι οτι περιβάλλεται από την Corfu και μόνο σε ορισμένα σημεία σχεδόν απροσπέλαστα ακόμα από τις ταξιαρχίες των ξενοδόχων, η Κέρκυρα συναντάει τη θάλασσα. Στην Corfu υπάρχει και η πόλη της Corfu, καταμεσίς της οποίας βρίσκεται το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης (ω, ναι), όπου η Κιάρα είδε για πρώτη φορά σπαθί Σαμουράι από κοντά.

Έχω να γράψω κι άλλα αλλά πρέπει τώρα να αποσυρθώ: πολλά κουνούπια εμφανίστηκαν και μου πίνουνε το αίμα, ένεκα η καταραμένη ζέστη που κάνει αυτές τις μέρες στη Ζυρίχη.