Καθόλη τη διάρκεια του έτους 1849, ενώ η Ιρλανδία μαστίζεται από το μεγάλο λιμό και στην Ιταλία ο Γκαριμπάλντι μπαίνει στη Ρώμη, ενώ στις ΗΠΑ ο Μισσισιπής πλημμυρίζει την Νέα Ορλεάνη και το St. Louis καίγεται σχεδόν ολοσχερώς αφήνοντας όσους επίδοξους χρυσορύχους ταξίδευαν από την ανατολή στην Καλιφόρνια χωρίς ενδιάμεσο σταθμό για μερικούς μήνες, ενώ η Βενετία παραδίδεται στα στρατεύμετα των Αυστριακών και κάποιος Ντοστογιέφσκυ καταδικάζεται εις θάνατον για αντικυβερνητικές πράξεις και συμμετοχή σε εξτρεμιστική ομάδα διανοούμενων, ενώ ο Πόε και ο Σοπέν πεθαίνουν και ο Στρίντμπεργκ και ο Παβλόφ γεννιούνται, στο βασίλειο της Δανιμαρκίας συμβαίνει μεταξύ άλλων κάτι οπωσδήποτε αδιάφορο: ο κύριος Κίρκεγκαρντ και η Ρεγκίνα Όλσεν εκτελούν με ζήλο τους προσχεδιασμένους πρωινούς και απογευματινούς τους περιπάτους στους δρόμους της Κοπεγχάγης.
Αν δεν ήμουν ένας μετανοών, με την προηγούμενη ζωή μου, ούτε ένας μελαγχολικός… ο δεσμός μας θα μ’είχε κάνει τόσο ευτυχισμένο όσο δεν ονειρεύτηκα ποτέ οτι μπορούσα να είμαι.
Περνούσαν από τα ίδια σημεία, μέρα με τη μέρα, και όταν συναντιόνταν αντάλασσαν μόλις ένα αδιόρατο νεύμα, μια χειρονομία που έπρεπε ακολούθως να ερμηνευθεί σαν καλής ή κακής θέλησης, ανάλογα με το αν ο κύριος Κίρκεγκαρντ βρισκόταν σε αισιόδοξη ή μελαγχολική καμπή. Μια ματιά κατά τη διάρκεια του κυρήγματος στην εκκλησία, μια κίνησή του να της αφήσει χώρο να περάσει στο δρόμο, το ελαφρύ ανασήκωμα του καπέλου, το γεμάτο προσμονή σταμάτημά της στη μέση ενός δρόμου ή πάνω σε μια γέφυρα.
[Στο περιθώριο] Μου είπε: “Είθε να μην είναι πολύ αργά όταν θα μετανιώσεις…”. Αναγκάστηκα με σκληρότητα να αστειευτώ και τη ρώτησα αν νόμιζε πως έπρεπε να έρθω όπως ο Βίλχελμ στη μπαλάντα της Λενώρας
Εννιά χρόνια πριν ο Κίρκεγκαρντ στα εικοσιεφτά του έλεγε στην δεκαοχτάχρονη Ρεγκίνα που μόλις είχε παίξει πιάνο για αυτόν: “Τί με νοιάζει η μουσική! Εσάς επιθυμώ, εσάς επιθυμούσα τα τελευταία δυο χρόνια.” Ο αρραβώνας που ακολούθησε με την κεραυνοβολημένη Ρεγκίνα κράτησε λίγους μόλις μήνες: ο Κίρκεγκαρντ γρήγορα αποφάσισε οτι ο ρόλος που του επιφυλάσσει η μοίρα, του φιλοσόφου, του συγγραφέα, του Χριστιανού, δεν μπορεί να συμβιβαστεί με τον έγγαμο βίο. Όχι μόνο διέλυσε τον αρραβώνα, εξαιτίας της μελαγχολίας του, αλλά προέτρεψε την Ρεγκίνα να παντρευτεί. Εκείνος δεν θα παντρευόταν; “Ναι, βέβαια, σε δέκα χρόνια, όταν θα έχω ξεζουμιστεί και θα χρειάζομαι μια νεαρή γεμάτη πόθο να με ξανανιώσει”!
Τί είναι άλλωστε ο Χριστιανισμός; Δεν είναι βέβαια ένα σύνολο από θεωρήματα, αλλά μονάχα να τεθείς στην υπηρεσία του.
Η Ρεγκίνα κατέρρευσε, αλλά δυο χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον Σλέγκελ, τον παλιό της δάσκαλο.
Το “Ημερολόγιο του Αποπλανητή” γράφτηκε εξ’αιτίας της, για να την απωθήσω. Δε χάνει κανείς αυτόν που αγαπάει παρά όταν τον κάνει να ενεργήσει αντίθετα με τις πεποιθήσεις του. Αυτή το διάβασε, το ξέρω από τον Σίμπερν.
Οι περίπατοι στην πόλη ξεκίνησαν συστηματικά το 1849 και τελείωσαν όταν ο Κίρκεγκαρντ ζήτησε την άδεια από τον Σλέγκελ να μιλήσει στη Ρεγκίνα και ο Σλέγκελ αρνήθηκε. Τότε ο Κίρκεγκαρντ άλλαξε καθημερινά δρομολόγια.
Ποτέ δεν άλλαζα το δρόμο μου κατά ένα βήμα και γύριζα πάντοτε από το δρόμο του Κάστρου, ακόμα κι όταν, σπανιότατα, συνέβαινε να φαίνεται, λίγα βήματα μακρύτερα, ναρχεται από το δρόμο του Ασβεστόφουρνου και θα μπορούσα να διασταυρωθώ μαζί της αν δεν έστρεφα. Έτσι γινόταν μέρα με τη μέρα. [...] Την επόμενη Κυριακή, ήμουν στην εκκλησία για να ακούσω το κύρηγμα του Πωλλί. Ήταν κι αυτή επίσης. Στάθηκε κοντά μου. Ο Πωλλί κηρύττει όχι πάνω στο ευαγγέλιο αλλά πάνω στην επιστολή που αναπτύσσει οτι “πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον” κλπ. (επιστολή Ιακώβου, 1,17). Σ’αυτές τις λέξεις, κρυμμένη από το διπλανό της, στρέφει το κεφάλι και μου ρίχνει ένα πολύ διεισδυτικό βλέμμα. Κοίταζα αορίστως μπροστά μου.
Το 1855 η Ρεγκίνα και ο Σλέγκελ έφυγαν για τις Δανικές Δυτικές Ινδίες ενώ αργότερα τον ίδιο χρόνο ο Κίρκεγκαρντ, στα σαρανταδύο του, πέθανε ξαφνικά.
Έπειτα έρχονται στιγμές όπου όλα μου φαίνονται να ‘χουν μια απέραντη γλυκήτητα, όπου πιστεύω οτι έχω εννοήσει πως ο προορισμός μου είναι να περιβάλλω ακριβώς με αλήθεια την ύπαρξή μας διασαφηνίζοντας και ομολογώντας φανερά οτι ο χριστιανισμός μας είναι μια παρηγοριά και οτι δεν απαιτούμε απο τον καθένα να είναι οπαδός.
H Ρεγκίνα Όλσεν έζησε μέχρι το 1904 και προς το τέλος της ζωής της έδωσε μερικές συνεντεύξεις σε επιμελητές του έργου του Κίρκεγκαρντ, οι οποίες όμως δε διαφώτησαν ιδιαίτερα τη σχέση της μαζί του. Ο σχολιαστής Robert Neiiendam έγραψε οτι “ήξερε πως την ανέδειξε μαζί του στην Ιστορία και αυτή η σκέψη ήταν η ανταπόδωση για όσα είχε υποφέρει”.
* Soeren Kirkegaard: Ρεγκίνα. Μετάφραση Παύλου Παπασιωπη (1906 – 1977 γεννηθής εν Κοζάνη έλληνας λογοτέχνης που δημοσίευσε μόνο δύο συλλογές διηγημάτων σε απόσταση δέκα χρόνων η μια από την άλλη, με τους τίτλους “Αίθουσα” και “Εκτροπή”). Εκδόσεις Κωνσταντινίδη.
Μ’αρέσει η εκδοχή του σχολιαστή. Ακούγεται φεμινιστική, δεδομένης της εποχής.
γραψε τη γνωμη σου