Στην κυριακάτικη λογοτεχνική επιθεώρηση των NYT ο Jim Holt επιχειρηματολογεί υπέρ της αποστήθισης ποιημάτων. Καθημερινή πρακτική που στη ζωή του υποκαθιστά τη λειτουργία ενός ipod, η απομνημόνευση είναι μια διαδικασία που ξεκινά σχεδόν μηχανικά, ισχυρίζεται: καταπίνοντας ένα-δυο καινούριους στίχους κάθε μέρα. Αναρωτιέμαι αν θα είχα ποτέ την πειθαρχία πoυ χρειάζεται για κάτι τέτοιο. Αναρωτιέμαι αν θα βελτίωνε τις ανεκδιήγητα κακές επιδόσεις μου στην απομνημόνευση του οτιδήποτε (O Holt λέει πως είναι αμφίβολο – η αποστήθιση ποιημάτων φαίνεται πως σε κάνει καλύτερο στην αποστήθιση ποιημάτων, κι αυτό είναι όλο). Αναρωτιέμαι, ως Έλλην του εξωτερικού, αν θα βοηθούσε στην διάσωση της μητρικής μου γλώσσας ή στη διατήρησή της σε ανεκτά επίπεδα. Αναρωτιέμαι αν θα βελτίωνε την προβληματική μου άρθρωση. Ένα είναι σίγουρο: αν είχα την επιμονή να το καλλιεργήσω, θα το διασκέδαζα αφάνταστα.
Παρακάτω, ο Joseph O’Neill, συγγραφέας του Netherlands που περιμένει στη διαρκώς αυξανόμενη στοίβα βιβλίων μου να διαβαστεί, γράφει για τις επιστολές του Μπέκετ που δημοσιεύονται για πρώτη φορά (δεν λείπει και η απαραίτητα νευρώδης και απαραίτητα ασπρόμαυρη φωτογραφία του θείου Σάμουελ). Επιστολές προς τον Joyce π.χ., σχετικά με τη χρήση διαφορετικών γραμματικών τύπων στην Ελληνικήν, επιστολές που έγραψε σε διάφορες γλώσσες σε μια δύστοκή και δύσκολη περίοδο της ζωής του (και πολυτάραχη περίοδο στην Ευρώπη γενικώς). Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι ένα από τα χιλιάδες εκείνα βιβλία που δεν θα διαβάσω ποτέ λόγω έλλειψης χρόνου. Δεν μπορεί όλοι οι άνθρωποι να έχουν χρόνο για όλα τα βιβλία. Οι ιδιωτικές επιστολές του Μπέκετ σίγουρα διαβάζονται από ανθρώπους που έχουν τουλάχιστον διαβάσει πρωτύτερα ένα βιβλίο του Μπέκετ από εκείνα που ο ίδιος έγραψε με σκοπό να διαβαστούν. Κάτι με σπρώχνει παρ’όλα αυτά να το παραγγείλω. Αγοράζοντάς το, όμως, αναρωτιέμαι, δεν εξαγοράζω το δικαίωμα να αναβάλλω επ’αόριστω την ανάγνωσή του; Ο old boy ή ο Μπόρχες σίγουρα θα έχουν γράψει κάτι σχετικό.
Σημαίνουν όλα αυτά πως είμαι posh, όπως ισχυρίζεται σε κάθε ευκαιρία η Heleen; Τί θα έλεγε ο Irvin Yalom, αναρωτιέμαι;
Διάβασα το άρθρο για τον Beckett χθες. Μια φράση με έκανε να θέλω να το αγοράσω κι εγώ: “Among the most affecting streams of correspondence is the one he conducts with his teenage cousin in Dublin [...]. Lucky, lucky fellow, because from Beckett he receives long letters [...] that are masterpieces of mentorship: learned, utterly uncondescending, self-revealing, personal.” Αλλά ναι, συμμερίζομαι την παρατήρηση ότι η αγορά ενός βιβλίου ίσως είναι άλλοθι για να μην το διαβάσεις.
Στέλνω το δεύτερο γράμμα (“ελληνικού” ενδιαφέροντος) του Μπέκετ στον Τζόυς. Το βρήκα στο Amazon.
Ανώφελες ερωτήσεις διαβάζοντας το NYT sunday book review. | yet anotherblog…
an upper class, stylish, elegant, and exclusive rant
…
Εγώ πάντως που έχω διαβάσει τα άπαντα του Μπέκετ και το τούβλο του Knowlson (Damned to Fame) και τις πρόσφατες παρουσιάσεις στον τύπο (εκτός από τους NYT στον New Yorker
http://www.newyorker.com/arts/critics/atlarge/2009/03/30/090330crat_atlarge_lane
και στο Times Literary Supplement
http://entertainment.timesonline.co.uk/tol/arts_and_entertainment/the_tls/article5885981.ece)
δεν ψήνομαι ιδιαίτερα, γιατί σχεδόν τα πάντα που περιέχονται σ’ αυτά τα τρία κείμενα τα έχει και ο Knowlson (αν και το γράψιμό του είναι πολύ πιο βαρετό απ’ του Μπέκετ). Η ανάγνωση χιλιάδων παραπάνω σελίδων τις οποίες στην ουσία ο Μπέκετ δεν έγραφε προς δημοσίευση είναι για μένα ισοδύναμη με την εκπόνηση διατριβής πάνω στο (αφορεσμένο) Dream of Fair to Middling Women.
Για όσους δεν έχουν διαβάσει πρωτότυπα έργα του Μπέκετ, μία είναι η συμβουλή μου: διαβάστε την τριλογία (Molloy, Malone Dies, The Unnamable). Οι αλληλογραφίες κ.λπ. φαίνεται να είναι για όσους ενδιαφέρονται να δημοσιεύσουν στο Journal of Beckett Studies…
@kukuzelis, ευχαριστώ για το γράμμα. Εκπορεύομενος, αυτό παραβιάζει τον περιβόητο κανόνα που λέει οτι τίποτα σ’αυτή τη γλώσσα δεν τονίζεται πριν την προπαραλήγουσα!
Επίσης να προσθέσω οτι αν τελικά ξεκινήσω το χόμπυ με την αποστήθιση, ένα του Αλεξάνδρου θα είναι το πρώτο (ακολούθησα ένα από τα νήματά σου τις προάλλες:) ).
@agezerlis, ακριβώς, και, πίστεψέ με, δεν έχω καμιά φιλοδοξία για το Journal of Beckett Studies. Από την άλλη, μόνο για τα γράμματα προς τον έφηβο ξάδερφο, ίσως,…
”Ο old boy ή ο Μπόρχες σίγουρα θα έχουν γράψει κάτι σχετικό.”
Για τον Μπόρχες θα σε γελάσω, δεν γνωρίζω αν ήταν στα διαβάσματα του,
Για τον old boy θα σε βεβαιώσω (και ας με συγχωρέσει που τον δίνω, αλλά πρώτος αυτός έχει διαπράξει της αμαρτία) αποκλείεται!
Τις επιστολές; Εδώ τα έργα του δεν τα έχει ανοίξει και συγκεκριμένα τις Ευτυχισμένες Μέρες τις έχει για εντομοκτόνο, όπου δει κουνούπι σε τοίχο τις πετάει να το πετύχει γιατί είναι και αλαφρές…δράμα το επίπεδο στον Μπέκετ…
Εσύ από την άλλη μια χαρά ενεργείς…
Πράγματι στον Μπέκετ το επίπεδό μου δεν είναι το προβλεπόμενο, έχω παρακολουθήσει πολύ Μπέκα μικρός όμως, με τον Σταύρο Ξενίδη στον ομώνυμο ρόλο σταθμό. Και Μπέκαμ αρκετό έχω δει(αλλά μόνο στις ευρωπαϊκές ομάδες με τις οποίες έχει αγωνιστεί).
Με αφορμή το σχόλιο του agezerlis
“μία είναι η συμβουλή μου: διαβάστε την τριλογία”
Όχι Γκοντό; Όχι endgame; Εντυπωσιάζομαι. Το σκέφτομαι όμως για μελλοντικές, δικές μου, προτάσεις…
Ευχαριστώ για την παραπομπή στο New Yorker. Έμαθα ότι ο Γκοντό διαφημίστηκε ως η “laugh sensation of two continents”. Το σλόγκαν μου φάνηκε εξαιρετικό! Αλήθεια! Με την προϋπόθεση ότι ο μελλοντικός θεατής θα πρέπει να διευκρινίσει τι σημαίνει “laugh”, τι “sensation”, ακόμα και το “continents” χρειάζεται διευκρινίσεις. Χμ, ίσως και το “two”. Και η παρέμβαση ενός γλωσσολόγου για τον ρόλο του “of” δεν θα ήταν περιττή.
*
Νομίζω ότι η άποψή μου είναι πάνω-κάτω η ίδια που έχουν όλοι οι ειδικοί περί Μπέκετ (αν και προφανώς εγώ δεν είμαι ειδικός) – αν και η γενικότερη επίδραση των μυθιστορημάτων στην ακαδημία ή/και στη “λαϊκή” κουλτούρα είναι μηδαμινή σε σχέση με αυτή των θεατρικών του έργων.
Ο Knowlson στη βιογραφία του για την τριλογία λέει κάπου μέσες-άκρες ότι από την άποψη της αντοχής στο χρόνο η τριλογία μάλλον θα αντέξει πολλές περισσότερες δεκαετίες απ’ ό,τι τα θεατρικά (τα οποία βέβαια είναι απίστευτα, αλλά στο τέλος της ημέρας μάλλον είχαν την επίδραση που είχαν λόγω μοντερνισμού, ολοκαυτώματος κ.λπ., δηλαδή είναι κάπως “δεμένα” με την περίοδό τους). Βέβαια, και το Endgame (στο οποίο ο Αντόρνο αφιέρωσε ολόκληρο δοκίμιο, το οποίο ο ίδιος ο Σαμ το θεωρούσε εντελώς εσφαλμένο) και πολλά άλλα θεατρικά είναι αριστουργήματα.
Στο παρακάτω πολύ καλό κείμενο:
http://www.samuel-beckett.net/banville.html
O Banville πάνω-κάτω συμφωνεί μαζί μου, λέγοντας:
“[...] novel Watt, a work which marked the transition to Beckett’s mature style, the style of his masterpiece, the trilogy comprising Molloy, Malone Dies, and The Unnamable, and of Godot and Endgame, works which in turn gave way to the great, last flowering of his old age, the short works such as Company, Worstward Ho and what I consider to be the pinnacle of his achievement, the death-haunted Ill Seen Ill Said.”
εμμένοντας στη σημασία της πρόζας, παραθέτοντας και τη σχετική άποψη του ίδιου του Μπέκετ:
“Theater for me is mainly a recreation from working on the novel.”
(Να σημειώσω μονάχα ότι η τριλογία είναι πιο δύσκολη από τα θεατρικά, αλλά κατά την ταπεινή μου άποψη αξίζει – το ίδιο ισχύει και για τα Company, Worstward Ho, Ill Seen Ill Said)
Hope this helps!
Ψυχαναλυτικό ΥΓ: δεν ξέρω αν φαίνεται από το προηγούμενό μου μήνυμα, αλλά η “κριτική” μου στη νέα κυκλοφορία μάλλον οφείλεται στο γεγονός πως κάνω ό,τι μπορώ για να κρατηθώ μακριά από την αλληλογραφία που τόσο πολύ θέλω να διαβάσω!!!
It does help! Μερσί.
Για λόγους πληρότητας ας αναφέρω και το άρθρο του Coetzee που μόλις δημοσιεύτηκε στο New York Review of Books:
http://www.nybooks.com/articles/22612
[...] via [...]
γραψε τη γνωμη σου