Πλουμερίες δίφορες, μάνγκος και παπάγιας.
Δεν έγραψα τίποτα για τις φυτείες ανανά που διασχίζεις για να φτάσεις στις βόρειες παραλίες, την Γουαϊμέα, την παραλία με τα δελφίνια, τους σέρφερς που περιμένουν τη φουσκοθαλασσιά στην pipeline, τους Βουδιστικούς ναούς, τους χριστιανικούς ναούς, τους ναούς των νεότερων αγίων (μορμόνοι), τον Τζίζους που έρχεται σύντομα και τους μπερδεμένους αμερικανούς που τους ξέβρασε το new age κύμα προς τα δώ και ξέμειναν γιατί τελικά, παρά τα πανάκριβα ενοίκια και τα πανάκριβα εστιατόρια, παρά τα πανάκριβα εμπορικά και τα υπερτιμημένα προϊόντα σούπερ μάρκετ, η Χαβάη είναι τσάμπα.
Ξαπλωμένοι στην αμμουδιά του κόλπου Κανεόχε, μια ασέληνη νύχτα του καλοκαιριού, είδαμε τα σύννεφα να περνούν εμπρός από τον Αλταϊρ και τον Κριό, κι ύστερα κολυμπήσαμε στο μαύρο νερό φωτίζοντας τα ψάρια πάνω από τα κοράλια με τους μικρούς φακούς μας.
H τελευταία παράγραφος σκέτο ποίημα,
ούτε στη Χρυσή δεν είναι τόσο ωραία τη νύχτα…
χμ…
ζήλεια (με την εποικοδομητική έννοια και ουχί τη δολερή,
χα).
γραψε τη γνωμη σου