Προκαλεί η υπερθέρμανση του πλανήτη περισσότερους και ισχυρότερους καταστρεπτικούς κυκλώνες, όπως ισχυρίζεται η Greenpeace; Σύμφωνα με τον Thomas Schroeder του τμήματος ΜΕΤΕΟ στη Χαβάη (το μετεωρολογικό ινστιτούτο εδώ είναι υπεύθυνο για κάθε καταιγίδα από την Καλιφόρνια μέχρι τη γραμμή αλλαγής ημέρας στο μέσο του Ειρηνικού) η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί σήμερα, ούτε πρόκειται να δοθεί πειστικά τα επόμενα χρόνια λόγω έλλειψης αξιόπιστων στοιχείων σχετικά με τις καταιγίδες του προηγούμενου αιώνα. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν που δεν καταγράφησαν, για διάφορους λόγους, ανάμεσα στις οποίες και καταιγίδα με 500.000 θύματα στις νοτιοανατολική Ασία! Οι εκτιμήσεις που δείχνουν αυξημένη κυκλωνική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια στην πραγματικότητα απεικονίζουν την καλύτερη και πιο συστηματική παρακολούθηση τέτοιων συστημάτων με το πέρασμα του χρόνου.
Θεωρητικά, η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας (των πρώτων 30 μέτρων) των ωκεανών (συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη) είναι ένας από τους πέντε διαφορετικούς παράγοντες που είναι απαραίτητοι για τη δημιουργία ενός κυκλωνικού συστήματος. Ένας άλλος είναι η σχετικά μικρή διακύμανση της ταχύτητας του ανέμου καθ’ύψος – αν πολύ ισχυρότεροι άνεμοι πνέουν σε σχετικά χαμηλό ύψος το κυκλωνικό σύστημα διασκορπίζεται (οι trade winds που φυσούν ασταμάτητα στη Χαβάη είναι ένας απ’τους λόγους που τα νησιά είχαν στο παρελθόν σχετικά λίγα κρούσματα καταστρεπτικών καταιγίδων*).
Για την ακρίβεια προσομειώσεις σε πλανητικό επίπεδο δείχνουν οτι είναι λογικό να περιμένει κανείς ελαφρά μείωση της κυκλωνικής δραστηριότητας με εξαίρεση τις περιοχές στις παρυφές των μουσώνων (όπου προβλέπεται μικρή αύξηση). Αλλά έτσι κι αλλιώς οι προσομοιώσεις που υποθέτουν διπλασιασμό του CO2 στην ατμόσφαιρα δείχνουν διακύμανση της κυκλωνικής δραστηριότητας στο επίπεδο του 2% – σαφώς μή μετρήσιμη με τα ισχύοντα συστήματα παρακολούθησης.
Μια αξιοσημείωτη “παράπλευρη απώλεια” της έντονης διεπιστημονικής κόντρας σχετικά με την αύξηση ή μη της συχνότητας και της καταστρεπτικότητας των κυκλωνικών καταιγίδων είναι η επίδραση τέτοιων προβλέψεων στα ασφάλιστρα των κατοικιών σε περιοχές που θεωρούνται ευάλωτες, όπως η Φλόριντα. Οι ασφαλιστικές, εκμεταλλευόμενες τις δυσοίωνες προβλέψεις μερίδας της επιστημονικής κοινότητας, αυξάνουν αλματωδώς τα ασφάλιστρα σε δυσθεώρατα ύψη – ή αρνούνται να ασφαλίσουν σπίτια σε περιοχές που θεωρούν ιδιαίτερα ευάλωτες – σε σημείο που αλλάζει δραματικά ο ετήσιος προϋπολογισμός
μεγάλης μερίδας των (κυρίως συνταξιούχων) κατοίκων της πολιτείας της Φλόριντα. Παρόμοιες τάσεις παρατηρούνται και σε άλλες γειτονικές πολιτείες των ΗΠΑ.
Το συμπέρασμα από όλη αυτή την ιστορία είναι οτι όταν ένα επιστημονικό ζήτημα αποκτά ξαφνικά την προβολή και την σπουδαιότητα που έχουν σήμερα οι περιβαλλοντικές αλλαγές, δημιουργούνται πόλοι επιρροής και στα δύο άκρα του φάσματος (από ανθρώπους που είτε δεν έχουν την γνώση είτε έχουν ισχυρά εξωεπιστημονικά κίνητρα, είτε και τα δυο μαζί), που διαστρεβλώνουν την ήδη περίπλοκη συζήτηση συνεχώς Τις συνέπειες τις πληρώνει νομοτελειακά ο “απλός πολίτης”.
Για την ιστορία να σημειώσω οτι ο Tomas Schroeder δεν έδειξε να έχει αμφιβολίες σχετικά με το άν υπερθερμένεται ο πλανήτης ή αν αυτό οφείλεται στην αύξηση του CO2. Στην ερώτηση “θεωρείτε οτι υπάρχει αιτιακή σχέση ανάμεσα στην αδιαμφισβήτητη αύξηση του CO2 στην ατμόσφαιρα και την αδιαμφησβήτητη αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη” απάντησε πως, ναί, πιστεύει οτι υπάρχει αιτιακή σχέση και παρέπεμψε στην τελευταία έκθεση του IPCC το οποίο περιέραψε ως σχετικά μετριοπαθή οργανισμό ως προς τις δηλώσεις του. Επίσης εξήγησε οτι είναι γνωστό και εντελώς διάφανο στην κοινότητα οτι στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι σκεπτικιστές σχετικά με τα παραπάνω πληρώνονται από ιδρύματα όπως το ινστιτούτο CATO** , που υπάρχουν για να υπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.
* Δείτε όμως την ιστορία του κυκλώνα Iniki που έπληξε τα νησιά την 11η Σεπτεμβρίου 1992 και τις προσπάθειες των μετεωρολόγων και των “hurricane hunters” να πάρουν μετρήσεις από το εσωτερικό και το “μάτι”.
** στη σελίδα του οποίου φαίνεται τώρα να ανησυχούν σχετικά με το αν οι ΗΠΑ, μια που συνεισφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό CO2 σε διεθνές επίπεδο, οφείλει αποζημιώσεις σε τρίτες χώρες (PDF).
Δεν θα συμφωνήσω με το συμπέρασμα. Πιστεύω πως η επίδραση στα ασφάλιστρα των κατοικιών πολύ πιθανώς έχει σχέση με την αυξημένη κατανόηση περί των αβεβαιοτήτων στις προβλέψεις λόγω του variability που προκύπτει από τα διάφορα παγκόσμια μοντέλα (βλέπε Emanuel et al. http://ams.allenpress.com/perlserv/?request=get-abstract&doi=10.1175%2FBAMS-89-3-347&ct=1). Μιλάμε ουσιαστικά για την επιρροή της ιδέας της καταστροφικής κλιματικής αλλαγής από γεγονότα χαμηλών πιθανοτήτων / υψηλών επιπτώσεων και την ενσωμάτωσή της στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων από τις ασφαλιστικές εταιρίες. Ο Marty Weitzman στο Harvard έχει κάνει αρκετή δουλειά στο θέμα (economics of catastrophic climate change)…
Να και ένα πολιτικο-οικονομικό σενάριο συναδέλφου για το μέλλον των ανασφάλιστων στις ΗΠΑ (ίσως και για αλλού): όσοι δεν ασφαλίζονται πλέον στις ακτές θα «υιοθετηθούν» λογικά από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση (με πιθανότατα νέα νομοθεσία για δημόσια ασφάλιση λόγω κοινωνικής πίεσης – και με περισσότερες πιθανότητες αν εκλεγεί Δημοκρατικός/ή πρόεδρος τον Νοέμβριο). Η πραγματική αύξηση της δύναμης και συχνότητας των κυκλώνων θα κρίνει βέβαια αν τα ασφάλιστρα έχουν προσδιοριστεί στο σωστό επίπεδο – ξέρει το κράτος να τιμολογεί fat tails καλύτερα από τις ιδιωτικές εταιρείες;. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατανοώντας πως τα χαμηλότερα ασφάλιστρα – από αυτά των ιδιωτικών εταιριών – αποτελούν μια ιδιαίτερη έμμεση κρατική παροχή (πόροι από το εσωτερικό της χώρας πάνε προς της ακτές), θα προσπαθήσουν να εξισορροπήσουν την κατάσταση ρίχνοντας το κόστος της παροχής στις πολιτείες των ευαίσθητων ακτών. Οι τοπικοί πολιτικοί αντιμέτωποι με το αυξημένο κόστος που αντιμετωπίζουν, θα λάβουν καλύτερες αποφάσεις σε θέματα πολιτικής χρήσεως γης, χωροθέτησης, κανονισμών κτηρίων κ.ο.κ. προστατεύοντας κάπως καλύτερα τους πολίτες τους από ακραία γεγονότα με στόχο την αποφυγή του κόστους της παροχής. Τελικά, ιδιαίτερα χαμένοι αυτοί που μένουν σε παραλιακές πολιτείες χωρίς θέα στον ωκεανό
H αυξημένη κατανόηση περί των αβεβαιοτήτων των μοντέλων, δηλαδή η αυξημένη κατανόηση του γεγονότος οτι τα προσομοιωμένα μοντέλα έχουν στην παρούσα φάση μικρή ικανότητα πρόβλεψης, δηλαδή η αυξημένη κατανόηση του γεγονότος οτι δεν γνωρίζουμε ποιά θα είναι η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στη συχνότητα και την καταστροφικότητα των καταιγίδων, οδηγεί στην αύξηση των ασφαλίστρων.
Προφανώς οι ασφαλιστικές προσπαθούν να προεξοφλήσουν τα χειρότερα. Τελευταία μάλιστα, επειδή το long term risk management μπορεί να αποδειχτεί πολύ αργό για να καλύψει τις “γρήγορες” αλλαγές (που μπορεί να έρθουν), εμφανίζεται και το short term risk management, όπου τα ασφάλιστρα αλλάζουν ανάλογα με την ένταση και τη συχνότητα των καταιγίδων της σεζόν, λέει!
Η ερώτηση είναι λοιπόν αν οι ασφαλιστικές κάνουν ισορροπημένη εκτίμηση του ενδεχόμενου κινδύνου, ή αν υιοθετούν τα worstest (:-)) case σενάρια. Όταν αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα όλων των συνταξιούχων στη Φλόριντα, π.χ., προς τα πάνω, το κάνουν γιατί υπάρχει στοιχειοθετημένος κίνδυνος ή επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο να στοιχειοθετηθεί ο κίνδυνος; Προβληματικές ή εσφαλμένες μελέτες προηγούμενων ετών (2000-2006) που λόγω past data έβλεπαν αύξηση των καταιγίδων σε όλα τα μέτωπα (και που τώρα επανεκτιμούνται – βλέπε Emanuel στην εισαγωγή) έχουν μηδενική επίδραση στο risk assessment;
Σχετικά με την “κρατική” κάλυψη, ο τύπος ισχυρίστηκε οτι ήδη οι περισσότερες ασφαλιστικές είναι re-insured από την πολιτεία της Φλώριντα, η οποία και τον έχει προσλάβει ως συνεργάτη για να κάνει το δικό της risk management.
Άγνωστο αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να τιμολογήσει καλύτερα τα fat tails από τις ιδιωτικές. Σίγουρα (;) δεν θα προσπαθήσει να κλέψει τον εαυτό της όμως, αφενός, και αφ’εταίρου, έχοντας απευθείας πρόσβαση στα data και στους οργανισμούς που τα διαμορφώνουν, ίσως να έχει τη δυνατότητα να σπρώξει περισσότερο το ερευνητικό κομμάτι της δουλειάς.
Τέλος αναρωτιέμαι ειλικρινώς αν η ιδέα της καταστροφικής κλιματικής αλλαγής έχει επιδράσεις στην οικονομία που να σχετίζονται με την πρόληψη ή την αποτροπή (του διπλασιασμού του CO2 π.χ.) του κινδύνου. Αντίστοιχα μέτρα βέβαια θα πάρει αργά η γρήγορα η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, σαν αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Είναι όμως ένα ερώτημα αν η αγορά μπορεί να αντιδράσει προληπτικά και θετικά σε μακροπρόθεσμους κινδύνους τέτοιου μεγέθους.
Πολύ καλή η παρατήρησή σου: “έχοντας απευθείας πρόσβαση στα data και στους οργανισμούς που τα διαμορφώνουν, ίσως να έχει τη δυνατότητα να σπρώξει περισσότερο το ερευνητικό κομμάτι της δουλειάς.” Το αν κλέβει το εαυτό της βέβαια (τους πολίτες της ουσιαστικά δηλαδή) είναι μεγάλο θέμα στην οικονομική θεωρία – ορισμένοι (π.χ. Mancur Olson) υποστηρίζουν πως αυτός είναι και ένας ο ορισμός διαφόρων τύπων διακυβέρνησης…
Σχετικά με τα νέα δεδομένα για προβληματικές μελέτες: σίγουρα μέχρι σήμερα οι διάφορες προβληματικές μελέτες «πάχυναν» κάπως τις κατανομές στα άκρα. Χωρίς να είμαι insider, υποθέτω πως οι ασφαλιστικές έχουν επίσης εξελισσόμενες μεθόδους για να κοιτάζουν τις κατανομές πιθανότητας (pdf) – και η αύξηση των ασφαλίστρων μπορεί να οφείλεται στις μεθόδους και όχι απαραίτητα/μόνο στα δεδομένα (όχι βέβαια μόνο στις ακτές – τι θα γίνει σε αγροτικές περιοχές στη νοτιοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ για παράδειγμα;) Όπως ανέφερα και στο προηγούμενο σχόλιό μου, μαθαίνουμε συνεχώς πως να ενσωματώνουμε την επιστημονική πληροφορία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Είναι συνεπώς δύσκολο να διαχωρίσεις ποιοι παράγοντες καθοδηγούν την αύξηση των ασφάλιστρων. Κατανοώ βέβαια τους λόγους επιφύλαξης…
Κοίτα και τι υποστηρίζει ένα σημαντικό μέρος οικονομολόγων (όχι risk analysts): “Perhaps in the end the climate change economist can help most by not presenting a cost-benefit estimate for what is inherently a fat-tailed situation with potentially unlimited downside exposure as if it is accurate and objective – but instead by stressing somewhat more the fact that such an estimate might conceivably be arbitrarily inaccurate depending upon what is subjectively assumed about the high-temperature damages function along with assumptions about the fatness of the tails and/or where they have been cut off.
Δεν γνωρίζω βέβαια είναι το κατά πόσο οι ασφαλιστικές μπορεί να προσαρμόζουν τις μεθόδους τους για μεγιστοποίηση του βραχυπρόθεσμου κέρδους – όπως λες παραπάνω, υπάρχουν κάποιες ενδείξεις. Συμπέρασμα – πολύς χώρος για maneuvering από την πλευρά των ασφαλιστικών εταιριών.
Από την άλλη πλευρά, κάθε φορά που έχουμε καταστροφές (άσχετα με την σύνδεσή τους με climate change) σε ευάλωτες περιοχές, καλείται το κράτος (η υπόλοιπη χώρα) να πληρώσει την ζημιά και ίσως τα υψηλά ασφάλιστρα να αντικατοπτρίζουν καλύτερα το πραγματικό κόστος διαβίωσης στις συγκεκριμένες περιοχές. Ίσως η καλύτερη λύση θα ήταν να υπάρξει μια διάκριση τιμών με παροχές προς μειωμένα ασφάλιστρα στους τωρινούς κατοίκους αλλά χωρίς παροχές προς τα ασφάλιστρα στους νέους κατοίκους.
Είναι ενδιαφέρον το θέμα της πρόληψης και αποτροπής του ρίσκου π.χ. αποχώρηση από τις ευαίσθητες ακτές (πέρα βέβαια από ενέργειες της αποτροπής του διπλασιασμού του CO2). Νομίζω πως η κινητικότητα που παρατηρούμε στις μεγάλες ασφαλιστικές δείχνει πως μπορεί να δουλέψει η αποτροπή του ρίσκου μέσω της αγοράς (π.χ. παρουσιάζονται αντικίνητρα για μετακόμιση προς περιοχές που είναι ευάλωτες – είναι παράλληλα σκληρή η πραγματικότητα της αγοράς φυσικά για τους κατοίκους που βρίσκονται ήδη εκεί και γι’ αυτό τον λόγο χρειάζεται το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας).
γραψε τη γνωμη σου