Δεν είναι δύσκολο να χαθείς στον τουριστικό γαλαξία με τις οργανωμένες εκδρομές, τα καταπατημένα κοράλια και τις τεχνητές παραλίες, με τα κακοφτιαγμένα κοκτέηλ και την έντονη μυρωδιά πλουμερίας και υγρού καθαρισμού, με τα οργανωμένα μπάρμπεκιου και τα ενυδρεία, όπου μπορείς να δείς κάθε είδος πολύχρωμο ψάρι, κι αν είσαι κάτω από πέντε, ακόμα και να πεσεις μέσα. Ή πάλι να εξαντληθείς στα θαλάσσια σπορ, στο μπούγκυ μπόρντινγ και το σέρφινγκ, σέρφινγκ γιού ες έι. Είτε αναλωθείς σε αγοραίες και κυρίως μαρκεταρισμένες απολάυσεις, είτε όχι, αποκλείεται να παρατηρήσεις σε μικρότερο χρονικό διάστημα από έξι μήνες, την αχνίζουσα άσφαλτο, τα βενζινάδικα με τους λυκειοπαιδες που κάνουν την εθελοντικό τους καθήκον ανθρωπιστικώς για αυτό το σαβατοκύριακο, τους πίσω δρόμους στο Παλόλο ή το Καϊμούκι, γεμάτους ασιάτες δεύτερης γενιάς και κατεστραμμένα λάστιχα, μπέηζμπολ μπαστούνια και πατίνια. Τα παιδιά των ντόπιων παίζουν ακόμα στις πίσω γειτονιές με πατίνια και σχοινάκια. Ο ήλιος στην κατακόρυφο, δεν αφήνει σκιές. Αργότερα, το απόγευμα, θα φυσήξει πάντα ο άνεμος των εμπόρων, και θα σειστούν αδιόρατα τα φοινικόκλαδα. Το βράδυ κοιτώντας ψηλά μπορείς να δείς τον Αρκτούρο και την Αφροδίτη, ακόμα και τον Κρόνο ή το σταυρό του Νότου. Αλλά δεν πρόκειται να κοιτάξεις ψηλά, γιατί θα πέσεις νωρίς σε λήθαργο μετά την ολοήμερη μάχη με τα κύματα.
Στη γωνία πιο κεί ένα ηλικιωμένο ζευγάρι με καταγωγή μεσογειακή (μπορεί να είναι έλληνες μπορεί και σύριοι ή εβραίοι ή σικελοί – δε θέλω να ανοίξω κουβέντα) πουλάει πρωϊνό και κέηκ με μάνγκο ή μπανάνα. Όποτε πάω πάντα έχει τελειώσει η μπανάνα. Ακριβώς απέναντι υπάρχει ένα δέντρο μάνγκο του οποίου τα κλαδιά γέρνουν από το βάρος των φρούτων. Στο πίσω τετράγωνο κατοικεί μεταξύ άλλων, μια οικογένεια με πολλά παιδιά και τουλάχιστιν δέκα κότες στην αυλή. Ακριβώς απέναντι, ένας γέρος γιαπωνέζος βγαίνει κάθε πρωί στο γκαζόν του (καλοκουρεμένο γκαζόν) και κάνει γυμναστική προσπαθώντας να εξορκίσει το πάρκινσον. Πάντα χαμογελάει όταν περνάω, αδύνατον να κρύψει το τρέμουλο.
Το σαβατοκύριακο το περνάς στις παραλίες. Όχι στις δυο τρείς που πάνε οι τουρίστες, στις άλλες που πάνε οι ντόπιοι. Οι οποίοι ξεχύνονται σαν τους γύφτους με τα αγροτικά τους suv και τα ψυγεία τους και τις ψησταριές τους. Τεράστιες μελαμψές κοιλιές προχωρούν μπροστά, τεράστια μελαμψά κεφάλια ακολουθούν. Την πέφτουν κάτω από τους φοίνικες ή τα πεύκα (τα πεύκα κάνουν βέβαια καλύτερη σκιά αλλά η άμμος εκεί είναι γεμάτη με μικροσκοπικά κουκουνάρια που τσιμπάνε). Και πότε πότε κατεβαίνουν στη θάλασσα να καβαλήσουν κανένα κύμα. Πρίν τις τρείς αρχίζει το ψήσιμο. Γύρω στις πέντε αρχίζουν να αποχωρούν. Γουαϊμανάλο.
Δεν υπάρχουν ανεμιστήρες ταβανιού, αποικιακού στυλ. Τα σπίτια είναι πολύ χαμηλοτάβανα για τέτοιες πολυτέλειες. Οι ανεμιστήρες είναι πλαστικοί και επιτραπέζιοι, χρώματος άσπρου σκονισμένου. Όλα τα σπίτια στις πίσω γειτονιές έχουν αυτοφυείς κήπους. Πάει να πεί, άμα δεν τον ξεριζώσεις θα φουντώσει.