Τρείς μήνες μετά τη Σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, διαβάζω στον “Πέπλο” του Κούντερα, η Ένωση των Τσέχων Συγγραφέων προσκάλεσε τρεις διάσημους Λατινοαμερικάνους να επισκεφθούν την Πράγα: ο Φουέντες, ο Κορτάσαρ και ο Μαρκές ταξίδεψαν με το τραίνο από το Παρίσι στην Πράγα, “διακριτικά, με την ιδιότητα του συγγραφέα. Για να δούν. Να καταλάβουν. Να εμψυχώσουν τους Τσέχους συναδέλφους τους. Περάσαμε μαζί μιαν αλησμόνητη εβδομάδα. Γίναμε φίλοι.”
Το ταξίδι εκείνο με το τρένο το έχει αφηγηθεί ο Φουέντες, σε ένα είδος νεκρολογίας για τον Κορτάσαρ, σαν ένα ατελείωτο ταξίδι μέσα στη νύχτα, σε κάποια στιγμή του οποίου, μια τυχαία ερώτηση του Μαρκές γύρω από το πότε και με τίνος την πρωτοβουλία εισήχθη το πιάνο στην ορχήστρα της τζάζ (που στόχο της είχε να αποσπάσει το πολύ ένα όνομα και μια ημερομηνία) πυροδότησε μια ατελείωτη, συγκλονιστική παράσταση από τον Αργεντινό που τελείωσε νωρίς το πρωί, μετά από αμέτρητα τσιγάρα και ατελείωτες ποσότητες αλκοόλ, με μια ομηρική απολογία στον Τελόνιους Μονκ.
Φέτος, ο Φουέντες, περιγράφοντας το ίδιο ταξίδι, εστίασε την αφήγηση αλλού.
Οι επικαλυπτόμενες περιγραφές (από διαφορετικές οπτικές γωνίες) κάνουν το ταξίδι αυτό να μοιάζει πιο πραγματικό. Έχουμε πάντα μια ενδόμυχη ανάγκη για αποδείξεις.