Απόσπασμα προθέρμανσης
Στο τρέχον έτος έπεσε πολύ ερημιά σ’αυτό το μπλογκ.
Το αρχείο στα δεξιά έγραψε ένα ποστάκι, κι αυτό όχι μόνο το Φεβρουάριο, αλλά και στο επίπεδο του “απλώς προσωπικού”. Το 2012 υπόσχεται καλύτερες μέρες. Αλλά για να έρθουν αυτές οι μέρες πρέπει να ξαναζεσταθεί κανείς, να ξαναθυμηθούν τα δάχτυλα την τεχνική του γράφειν ποστ, ξέρεις τώρα. Και για να ξαναζεσταθεί κανείς, σκέφτηκα, έχει διάφορες επιλογές:
- γράφει μικρά, βουβά μεταποστς σαν αυτό εδώ.
- βάζει κανένα σύνδεσμο προς κείμενα σιωπηλώς συγκλονιστικά γραμμένα με εμφανή μόχθο γύρω από ξεχαρβαλωμένα σημεία στίξης.
- κοιτάζει μήπως υπάρχει κανένα παλιό ποστάκι σωσμένο στο αρχείο και μηδέποτε δημοσιευμένο.
… και βρίσκει το παρακάτω. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε το έγραψα, θα πρέπει να έχουν περάσει μερικά χρόνια, ούτε και αναγνωρίζω ακριβώς τις ιδέες και τα ένστικτα του αφηγητή σαν δικά μου. Ούτε και εγκρίνω πια ορισμένους σταθμούς, σ’αυτή την ερασιτεχνικά φιλοσοφική βόλτα στο ενδοαστρικό κενό της οντολογίας:
Οποιοσδήποτε ασχολείται με τις θετικές επιστήμες θα έχει διαπιστώσει πως η ανηλεής ρεαλιστική ορθολογική κριτική είναι ταυτόχρονα πολύτιμη και επικίνδυνα δεσποτική. Το να οριοθετήσεις την αρμοδιότητα του ρεαλιστικού ορθού λόγου είναι μια διαδικασία τετριμμένη και αυτόματη για τους φυσιολογικούς ανθρώπους που δεν ταλαιπωρούνται από την απαίτηση να είναι συνεπείς. Για τους μειοψηφούντες που τους διακρίνει η `επιστημοσύνη’, τα πράγματα δεν είναι πάντα εύκολα.
Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα:
Υπάρχουν ώρες στη ζωή, που ο άνθρωπος με τα ψειριασμένα μαλλιά, έχοντας το μάτι ορθάνοιχτο, ρίχνει τρομαγμένες ματιές στις πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, γιατί νομίζει πως ακούει μπροστά του κάποιο φάντασμα να του χουγιάζει ειρωνικά*.
Το πρόβλημα με το παραπάνω (που προέρχεται από ένα βιβλίο σαφώς απαγορεύσιμο σε μια δικτατορία του ορθού λόγου) είναι οτι ούτε οι πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, αλλά ούτε τα φαντάσματα είναι πράγματα υπαρκτά. Όταν λέω `υπαρκτά’, εδώ, εννοώ οτι δεν μπορείς να τα βρείς εκεί έξω, στον hardware κόσμο, και να αλληλεπιδράσεις μαζί τους.
Από την άλλη είναι σαφές σε όλους, ελπίζω, οτι το απόσπασμα έχει κάτι να πεί, και, γι’αυτό, δεν θέλεις να το απορρίψεις αμέσως. Έχεις δυο, χοντρικά, επιλογές. Η μια είναι η `σημειολογική’ προσέγγιση: το κείμενο περιέχει έννοιες που δεν αντιστοιχούν σε πραγματικές οντότητες, συνιστούν όμως μεταφορικά σχήματα, οχήματα για να εκφραστεί κάτι που είναι υπαρκτό, ή, ίσως, για να σχηματοποιηθεί κάτι αόριστο και α-σχημο (σαν τους πυρήνες των ατόμων) που όμως είναι εκεί και μας ταλαιπωρεί. Υπολανθάνει εδώ η αποδοχή του οτι τα φαντάσματα και οι πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου δεν υπάρχουν μεν, μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία, δε, και γι’αυτό τους εκχωρείται το δικαίωμα να εμφανίζονται ανενόχλητες.
Η δεύτερη προσέγγιση είναι η `ανατρεπτική’: αφού το απόσπασμα περιέχει κάτι βαθύ και αληθινό, το πρόβλημα είναι στον ορισμό του τί σημαίνει `υπαρκτά’. Αυτός ο ορισμός ανατρέπεται (εις βάρος της ηγεμονίας του ορθού λόγου που παρακολουθεί λυσσασμένος απ’τη γωνία) ή μάλλον διαστέλλεται για να χωρέσουν τα φαντάσματα που χουγιάζουν ειρωνικά και οι ιριδίζουσες, πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου. Τα φαντάσματα υπάρχουν `εντός μας’, στη συνείδηση τη δική μας (και το άπειρο σ’αυτήν του Ζήνωνα) – τα πνεύματα πάλλονται στον πολυδιάστατο εσωτερικό μας κόσμο όσο πραγματικά πάλλεται ο αντικατοπτρισμός της Σελήνης στο νερό.Το παθογενές στη δεύτερη προσέγγιση προκύπτει από μια ακολουθία γλιστερή σα βρεγμένο μάρμαρο: κάθε τι που υποννοεί επιτυχώς κάτι άλλο μπορεί να είναι σημείο, και κάθε σημείο είναι υπαρκτό εντός μας, άρα (;!) και υπαρκτό γενικώς. Ένας χυμώδης κόσμος από νοήματα που γίνονται οντότητες επειδή κάποτε υπήρξαν επιτυχείς αντικατοπτρισμοί δημιουργείται. Σ’αυτό το επίπεδο, η επικοινωνία γίνεται μυστική, ερμητική, πραγματοποιείται με αναφορές στους `υπαρκτούς’ αντικατοπτρισμούς. Η παθογένεια έγκειται ακριβώς στο οτι δεν υπάρχει καμμιά εγγύηση οτι οι δυο αντικατοπτρισμοί αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Ανήμπορος να προσφύγει στον hardware κόσμο προς επικύρωση του οτιδήποτε, ο άνθρωπος με τα ψειριασμένα μαλλιά επιμένει να κοιτάζει τρομαγμένος τις πρασινόχρωμες μεμβράνες του απείρου, διαβεβαιώνοντας τον εαυτό του οτι ο συνάνθρωπός του κοιτάζει τις ίδιες μεμβράνες, ότι κι αν σημαίνει αυτό.
Ο ορθός λόγος είναι μόνο ένα εργαλείο – δεν παράγει μεταφυσική, ούτε ηθική. Ενδεδυμένος τον μανδύα μιας ρεαλιστικής μεταφυσικής μπορεί να μετατραπεί σε κοσμοθεωρητικό σχήμα που επιτρέπει την κατ’ουσία επικοινωνία. Το να τον οικοιοποιείται κανείς, δε σημαίνει, όμως, οτι είναι υποχρεωμένος να παραμένει τυφλός απέναντι σε κάθε εύγλωττο σημείο, ή ύποπτος μπροστά σε κάθε μεταφορά ή αλληγορία. Η κυριολεκτική ερμηνεία των πάντων συνιστά ανεπιφύλακτα μια αθεράπευτη μορφή ηλιθιότητας. Από την άλλη, η προσφυγή στο ανορθολογικό ακυρώνει τη διαφορά μεταξύ του “σημαίνει” και του “υπάρχει”, και άρα, κατά κάποιον τρόπο συνιστά προδοσία του υπαρκτού κόσμου. Δεν θα πρέπει να μπερδεύουμε τα πράγματα με τα ονόματα που τα περιγράφουν, ακόμα κι αν αυτά τα ονόματα είναι τέτοια μόνο μέσα από ποικίλλες σημειολογικές μεταμορφώσεις.
*Lautreamont, “Τα τραγούδια του Μαλντορόρ”
Ακατανόητο.
Τις προάλλες βγαίνοντας απ’την μπανιέρα παρατήρησα οτι τα νύχια των ποδιών μου έχουν παραμεγαλώσει και σκέφτηκα οτι καλό είναι να τα κόψω σε πρώτη ευκαιρία. Παράξενο, μια και εκείνη ακριβώς η στιγμή ήταν η πιο κατάλληλη ευκαιρία, καθώς βγαίνεις απ’το μπάνιο και πριν διαβάσεις στο λάπτοπ για τον Μουμπάρακ που έφυγε και το στρατό που ανέλαβε για έξι μήνες στην Αίγυπτο.
Χτες διάβαζα τα επετειακά του silezukuk και του Δύτη για τα 26 χρόνια απ’ το θάνατο του Κορτάσαρ, και σκέφτηκα να ξαναδιαβάσω τις ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα, και μετά μου κόλλησε ξαφνικά η ιδέα οτι το buzz είναι ακριβώς ένα μέρος γεμάτο από Κρονόπιο και Φάμα, περισσότερους Φάμα είναι η αλήθεια, έχει και μερικούς Εσπεράντζα που πέφτουν κάθε βδομάδα απ’την φοινικοκαρυά. “Τα σπίτια των Φάμα είναι τακτοποιημένα και ήσυχα, ενώ στα σπίτια των Κρονόπιο επικρατεί μεγάλη φασαρία και οι πόρτες βροντάνε. Οι γείτονες πάντα παραπονιούνται για τους Κρονόπιο και οι Φάμα κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι τους και πηγαίνουν να δούν αν όλες οι ετικέττες είναι στη θέση τους.”
Τίποτε δεν μπορεί να γίνει βιαστικά.
“Τίποτε δεν μπορεί να γίνει βιαστικά. Τα πράγματα πρέπει να μεγαλώσουν, πρέπει να ψηλώσουν, κι αν έλθει ποτέ ο καιρός για το μεγάλο έργο, τότε τόσο το καλύτερο. Πρέπει να συνεχίσουμε να ψάχνουμε. Έχουμε βρεί κομμάτια, αλλά όχι το σύνολο. Μας λείπει ακόμα η αποφασιστική δύναμη, γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να μας υποστηρίξουν. Ψάχνουμε για ανθρώπους. Αρχίσαμε εκεί πέρα,
στο Μπάουχάουζ. Αρχίσαμε εκεί με μια κοινότητα στην οποία ο καθένας μας έδωσε ό,τι είχε. Περισσότερα δεν μπορούμε να κάνουμε.”
Paul Klee, On modern art.
Οι πρώτες συγκρούσεις
Λίγες δεκάδες μέτρα κάτω απ’τους αμπελώνες του Meyrin, κάτω από κίτρινους ολέανδρους και λιβάδια από γρασίδι, κάτω από τα χωράφια του Versonnex και τον πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο Γενεύης-Λωζάνης, στα εγκατα του LHC, τα πρωτόνια διέσχισαν τη Μεγάλη Τρίτη με ταχύτητες ρεκόρ τα γαλλοελβετικά σύνορα 44 χιλιάδες φορές το δευτερόλεπτο (τέσσερις φορές σε κάθε γύρο – απόδειξη οτι, σύνορα τα πρωτόνια δε γνωρίζουν) για λίγη ώρα πριν διασταυρωθούν επιτέλους οι δέσμες τους και συγκρουστούν στο κέντρο των τεσσάρων μεγάλων ανιχνευτών του CERN. Οι πιο βίαιες συγκρούσεις πρωτονίων στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι γεγονός! Η συνέχεια αναμένεται συναρπαστική.
Στο θορυβώδες εστιατόριο του CERN (βρέθηκα εκεί λόγω ενός προγραμματισμένου από καιρό συνεδρίου) τα υπερκοπωμένα και με εμφανή τα σημάδια του άγχους πρόσωπα των πειραματικών που είναι υπεύθυνοι για τη δοκιμή χάνονταν μέσα σε ένα ετερόκλητο εμφανισιακά, πολύγλωσσο και πολυεθνές πλήθος επιστημόνων που έτρωγαν οι περισσότεροι με βουλιμία τη σπεσιαλιτέ της ημέρας, συκωτάκι με τηγανιτές πατάτες. Στις δωδεκάμισι το μεσημέρι, βγαίνοντας από την αίθουσα Μπορ στα υπόγεια του κτηρίου “σαράντα”, είχαμε ρίξει μια ματιά στις παρατεταγμένες οθόνες αναμετάδοσης της φιέστας. Προβληματισμένα πρόσωπα πειραματικών κοιτούσαν τις δικές τους οθόνες. Δύο φορές απ’το πρωί, ηλεκτρολογικής φύσης προβλήματα είχαν διακόψει τη δοκιμή. Η ώρα για την προγραμματισμένη συνέντευξη τύπου πλησίαζε, και μαζί της η πιθανότητα ενός νέου φιάσκου. Το κέντρο ελέγχου του Άτλας, του πλησιέστερου από τους δύο μεγάλους ανιχνευτές, απείχε μερικές εκατοντάδες μέτρα από εκεί.



Στην επιστροφή μας στο “σαράντα” η εικόνα είχε αλλάξει: πειραματικοί κρατώντας ποτήρια σαμπάνιας, εκπρόσωποι τύπου να ερωτοτροπούν με τα μικρόφωνά τους, διάχυτος ενθουσιασμός, δηλώσεις, σχόλια, ευχές.
Μετά από προσπάθειες δεκαετιών, λοιπόν, (ως αφετηρία του προγράμματος θεωρείται το 1993-1994) η μέρα ορόσημο έφτασε: τα πρωτόνια του LHC επιταχύνθηκαν στην ενέργεια λειτουργίας (3.5 τρις ηλεκτρονιοβόλτς), οι δέσμες διασταυρώθηκαν αθόρυβα και σε λίγα λεπτά, μαζί με τις σαμπάνιες στα κέντρα ελέγχου, πλημμύρισαν τις οθόνες εικόνες από τα πρώτα events, σαν μπουκέτα από υπόλευκους κρίνους. Πρόκειται ουσιαστικά για το τέλος μιας μακριάς περιόδου προετοιμασίας (ειδικά για την ομάδα που είναι υπεύθυνη για την παράδοση του επιταχυντή) και την αρχή του προγράμματος φυσικής του LHC, για την αρχή μιας περιόδου όπου, μετά από καιρό, το πείραμα θα αρχίσει να καθοδηγεί τη σκέψη μας.
Φυσικά, τα ορόσημα και οι φίεστες είναι ως ένα σημείο αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων: το CERN λειτουργεί με τα βλέμματα ολόκληρου του πλανήτη στραμμένα πάνω του (εικόνες από τη δοκιμή αναμεταδόθηκαν ζωντανά σε δίκτυα με δισεκατομμύρια τηλεθεατές) γιατί είναι τμήμα απερίσπαστο κι αυτό ενός πολιτισμού που θέλει να βλέπει με τρόπο απτό τους καρπούς των επενδύσεών του. Ενός πολιτισμού που αναγκάζει τον γενικό διευθυντή του, Rolf Heuer, να ακροβατεί στα όρια του επιστημονικά παραδεκτού όταν μιλά για τις δυνατότητες του πειράματος τα επόμενα δυο χρόνια. Και θα είναι προσωπικό επίτευγμα του συγκεκριμένου γενικού διευθυντή αν καταφέρει να μονώσει την πραγματικότητα εντός του πειράματος από τις απαραίτητα υπεραισιόδοξες δηλώσεις που οφείλει να εκπέμπει προς τα έξω, προς μια κοινωνία ανυπόμονη για κινηματογραφικές ανακαλύψεις και μυθιστορηματικές λύσεις συμπαντικών μυστηρίων. Όπως δήλωσε αμέσως μετά τη δοκιμή:
“Πολλοί άνθρωποι περίμεναν για πολύ καιρό τη στιγμή αυτή, αλλά η υπομονή και η αφοσίωσή τους άρχισε να αποδίδει καρπούς”
Θα χρειαστεί αρκετή ακόμα υπομονή και αφοσίωση, πάντως, μια και τα επόμενα δυο χρόνια το LHC θα λειτουργήσει στην ενέργεια της δοκιμής (3.5 TeV ανά δέσμη, δηλαδή 7 TeV διαθέσιμη ενέργεια συνολικά), που είναι μόνο η μισή της ενέργειας για την οποία σχεδιάστηκε, και οι απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα (υπερσυμμετρία, έξτρα διαστάσεις, Χίγκς, σκοτεινή ύλη) πιθανότατα θα χρειαστούν συγκρούσεις στην ενέργεια σχεδιασμού. Προς το παρόν, τα πειράματα θα επανανακαλύψουν όλο το καθιερωμένο μοντέλο και θα προσπαθήσουν να καταλάβουν όσο το δυνατό καλύτερα τις αποκρίσεις των διαφόρων συνιστωσών των επιταχυντών σε συγκεκριμένες διεργασίες, τους επόμενους τέσσερις με έξι μήνες. Στη συνέχεια, για τον υπόλοιπο ενάμισι χρόνο, το LHC θα συλλέξει δεδομένα σε επίπεδο ανταγωνιστικό του Tevatron, του επιταχυντή στην Μπατάβια, Ιλλινόι, που είχε τα τελευταία δέκα χρόνια το μονοπώλιο στα πειράματα υψηλών ενεργειών. Ακολούθως, και καθώς το Tevatron αναμένεται να σιγήσει, το LHC θα διακόψει για ένα περίπου χρόνο αναβαθμίσεων και θα επανέλθει, ελπίζουμε, στην ενέργεια σχεδιασμού (ή κοντά σ’αυτήν) για αρκετά χρόνια. Αυτή θα είναι πιθανότατα και η περίοδος των μεγάλων ανακαλύψεων.

Τη Μεγάλη Τετάρτη, χωρίς δημοσιογράφους και δηλώσεις, με συννεφιά και ένα διπλό ουράνιο τόξο αργά το μεσημέρι, τα πρωτόνια του LHC επιταχύνθηκαν ξανά ιλλιγγιωδώς προς το θάνατό τους. Οι οθόνες στα κέντρα ελέγχου απέκτησαν καινούρια events, η επιτροπή λογοκρισίας ενέκρινε ορισμένα απ’αυτά για μηντιακή κατανάλωση, το εστιατόριο άλλαξε σπεσιαλιτέ και εμείς οι θεωρητικοί γεμίσαμε πάνω στα τραπέζια του μερικές ακόμα σελίδες με ορνιθοσκαλισμένα διαγράμματα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να συμφωνήσουμε (ή τουλάχιστον να διασαφηνίσουμε τη διαφωνία μας).
Ξαφνική σκέψη απύθμενου βάθους.
Το να διαχωρίσουμε τον εαυτό μας απ’τον κόσμο, τα προσωπικά μας επιτεύγματα απ’αυτά των “δασκάλων” μας,το να διακρίνουμε τα σύνορα του εγώ με το υπόλοιπο του σύμπαντος, το να αντιληφθούμε το βαθμό στον οποίο απλώς αναμασάμε τα ήδη γνωστά, τα ήδη, από τη σκοπιά κάποιων άλλων, τετριμμένα, είναι μια επώδυνη διαδικασία που ξεκινά απ’τη στιγμή της γέννησης και δε σταματάει ποτέ.
Δε νομίζω οτι σχετίζεται άμεσα, αλλά μόλις διάβασα το άρθρο του Παπαγιώργη για το “Ενάντια στη μέρα” του Πύντσον.
Copenhagen prelude.
An indicative map of potential consequences of global warming, by the NYT. The provincially patriotic among us should pay attention to that yellow spot in the Mediterranean that will be affected from droughts. Surprise: it’s the south of Greece. And then in frame 3, it’s all about Cyprus.
Moreover:
From Cosmic Variance:
You can find scientists that believe the Universe is not expanding. They are wrong. You can find scientists that believe there is no evidence for evolution. They are wrong. And you can find scientists that believe there is no evidence for anthropogenic global warming. They are wrong.
and then
Since this issue has profound consequences for centuries to come, I would claim it is the responsibility of every citizen of the world to educate themselves on the topic. It seems to me that each of us has three straightforward choices:
1. go back to school, get a PhD in climate sciences, and form one’s own informed opinions about what’s going on.
2. trust the experts.
3. trust the fringe.Note that the fringe consists almost entirely of non-experts. And believing the fringe requires you to be convinced there’s a vast scientific conspiracy, with the willing collusion of thousands of experts around the world. With no obvious motive or agenda.
From Andrew Jaffe’s leaves on the line
The basic science behind climate change is well-understood:
1. The mean temperature is increasing, with significant variation superposed from place to place and year to year.
2. This is caused largely by the anthropogenic increase in carbon dioxide and other greenhouse gases in the atmosphere, due to the very well-understood and uncontroversial physics of the carbon-dioxide molecule.
3. Significant further increase would be societally bad for many people.
4. Lowering our greenhouse-gas emissions can slow or halt the increasing temperatures.At this coarse level, both the data and the theory underlying these conclusions are almost incontrovertible and ought to be uncontroversial, although each of these has been questioned by the
politically-motivated or ignorant denierssceptics.
Η αυγή του LHC
Μια δημοσίευση με ιδιαίτερα αφηγηματικό ύφος στο abstract έκανε την εμφάνισή της χθες:
On 23rd November 2009, during the early commissioning of the CERN Large Hadron Collider (LHC), two counter-rotating proton bunches were circulated for the first time concurrently in the machine, at the LHC injection energy of 450 GeV per beam. Although the proton intensity was very low, with only one pilot bunch per beam, and no systematic attempt was made to optimize the collision optics, all LHC experiments reported a number of collision candidates. In the ALICE experiment, the collision region was centred very well in both the longitudinal and transverse directions and 284 events were recorded in coincidence with the two passing proton bunches. The events were immediately reconstructed and analyzed both online and offline. We have used these events to measure the pseudorapidity density of charged primary particles in the central region. In the range |eta| < 0.5, we obtain dNch/deta = 3.10 +- 0.13 (stat.) +- 0.22 (syst.) for all inelastic interactions, and dNch/deta = 3.51 +- 0.15 (stat.) +- 0.25 (syst.) for non-single diffractive interactions. These results are consistent with previous measurements in proton--antiproton interactions at the same centre-of-mass energy at the CERN SppS collider. They also illustrate the excellent functioning and rapid progress of the LHC accelerator, and of both the hardware and software of the ALICE experiment, in this early start-up phase.
Κανείς δε γνωρίζει ακόμα αν πρόκειται για το πραγματικό, ιστορικό ξεκίνημα του πειράματος. Κανείς δεν γνωρίζει καν αν και κατά πόσο το LHC θα πετύχει τους στόχους του. Πάντως αυτή τη φορά το πείραμα φαίνεται να προχωράει χωρίς τυμπανοκρουσίες, με μικρά σταθερά βήματα που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση των επιστημονικών ομάδων στο CERN, και παρά τις ελαφρώς δυσοίωνες εκτιμήσεις γύρω από την τελική ενέργεια των δεσμών πρωτονίων που είναι ρεαλιστικό να επιτευχθούν, ο άνεμος δείχνει προς το παρόν γενικά ούριος.
Η επανάσταση και η μάνα.
Η περιβόητη κεφαλιά του Zidane στο παγκόσμιο του 2006, αποτελεί μνημείο, κατά τη γνώμη μου, του ανθρώπινου προσώπου του πρωταθλητισμού (και του fair play υπό ορισμένη οπτική γωνία) επειδή καταδεικνύει πως όσο μεγάλες κι αν είναι οι προσωπικές και συλλογικές φιλοδοξίες σε ένα ματς τόσο ιστορικής σημασίας όσο ο τελικός ενός παγκοσμίου κυπέλλου, υπάρχει πάντα ένας σκληρός πυρήνας αξιοπρέπειας που ο ανθρωποαθλητής είναι διατεθιμένος, έστω και ενστικτωδώς, να υπερασπίσει με κάθε κόστος, ακόμα και πέρα από το δεσπόζον πλαίσιο της νίκης και της ήττας. Ένας άλλος Γάλλος με Αλγερινή καταγωγή έχει ξαναθέσει το ίδιο ζήτημα όχι μέσα στο πλαίσιο του ποδοσφαίρου, αλλά μέσα σ’αυτό της επανάστασης, όπου η ανάγκη της νίκης είναι ακόμα πιο επιτακτική. Όταν ρώτησαν τον Αλμπέρ Καμύ αν πρόκειται να υποστηρίξει το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Αλγερίας έκανε (με μεγάλη καθυστέρηση) την ιστορική δήλωση (που του στέρησε αργότερα κάθε λογής κομματική ταυτότητα):
Αν έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στην επανάσταση και στη μάνα μου, θα διάλεγα τη μάνα μου
Σημ.: όλα αυτά τα θυμήθηκα ξανά εξαιτίας ενός ιερόσυλου σχόλιου από τον Kensai στο buzz.
On beauty
Umberto Eco says at the “History of Beauty“:
The thirsty person who, having found a spring, rushes to drink, does not contemplate its Beauty. He or she may do so afterward, once the thirst has been slaked. This explains why the sense of Beauty differs from desire. We can consider human beings to be most beautiful, even though we may not desire them sexually, or if we know that they can never be ours. But if we desire a human being (who might also be ugly) and yet cannot have the kind of relationship we desire with him or her, then we suffer.
James Blunt says, at “You ‘re beautiful“:
You’re beautiful. You’re beautiful.
You’re beautiful, it’s true.
I saw your face in a crowded place,
And I don’t know what to do,
‘Cause I’ll never be with you.
Weinberg on superstrings
O Steven Weinberg σχολιάζει, μετά από μια ομιλία για όλα όσα περιμένουμε από το LHC, σχετικά με τη θεωρία υπερχορδών:
It’s developed mathematically, but not to the point where there is any one theory, or to the point that even if we had one theory we would know how to do calculations to predict things like the mass of the electron, or the masses of the quarks. So, I would say, although there has been theoretical progress it’s been, I find it disappointing. One of the hopes would be that the LHC would provide a clue to something we’re missing in superstring theory and I think there supersymmetry is the most likely place to look.
One of the troubles with superstring theory is that although in a sense the theorists think there is only one theory, there are an infinite number of approximate solutions of it and we don’t know which one corresponds to our world. But at least in a large variety of the solutions of superstring theory there is supersymmetry visible at low energies, and if we see supersymmetry at low energies, superstring theorists may be able to derive from it some kind of clue as to how to solve these theories. But I haven’t talked about it in this lecture because I don’t see how that would work, it would be.. I mean I couldn’t say that that was likely with any degree of sincerity, and certainly the LHC and any other accelerator that we can imagine being built will not get up to energies which are high enough so that we can directly see the structures that are described by superstring theory, the strings or the D-branes or whatever it is. Those will not be accessible at the LHC, so any clue we get will be very indirect.
I myself, well I was working on superstring theory in the 80s and gave it up because I… I moved into cosmology, which in the last couple of decades has had the excitement that elementary particle physics had in the 60s and 70s, a wonderful coming together of theory and observation. Cosmology now reminds me of the excitement that I felt when I was younger and doing particle physics.. and it’s a pity that superstring hasn’t developed better. I still think it’s the best hope we have, I don’t know of anything else. My own work very recently has been trying to develop an alternative to superstring theory as a way of making sense out of quantum gravity at very high energies. But even though I’m working on this I still find superstring theory more attractive, but not attractive enough…
via Not Even Wrong.